Category Archives: ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

ΕΛΠΙΔΑ

The concept of business growth .

Ένα Καλοκαίρι πριν περίπου τρία χρόνια, στην Κέρκυρα, διάβασα το «Εμείς οι θνητοί» (αγγλικά «Being mortal»). Πρόκειται για ένα βιβλίο του Ινδού Ατούλ Γκαουάντε ο οποίος ως γιατρός και ο ίδιος,  προσπάθησε στα οκτώ κεφάλαιά του να παραθέσει σκέψεις από βιώματα ασθενών του, αρχικά κάποιων από την τρίτη ηλικία με εξελισσόμενη άνοια, στη συνέχεια ορισμένων καρκινοπαθών τελικού σταδίου και στο τέλος, του ίδιου του πατέρα του που διαγνώστηκε με καρκίνο εγκεφάλου.

Στο πρώτο μέρος του, ο Γκαουάντε ξεκινά με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι με την εξέλιξη της ιατρικής, τη δυνατότητα θεραπείας κάποιων κάποτε ανίατων ασθενειών όπως η φυματίωση και την ανακάλυψη νέων φαρμάκων, ζούμε και καλύτερα και περισσότερο. Αυξήσαμε το προσδόκιμο επιβίωσης στα 80 έτη (78 για τους άντρες και 83 για τις γυναίκες), εντούτοις φέραμε στην επιφάνεια άλλες νόσους, ανίατες παθήσεις του μυαλού και του σώματος, κατάρες της φθοράς και του γήρατος  με κορωνίδα αυτών φυσικά την άνοια.

Πώς φροντίζουμε λοιπόν τους αγαπημένους μας που μπορεί μεν να ζουν περισσότερο όμως το πνεύμα και το σώμα συνεχίζει να γερνά; Ο Γκαουάντε περιγράφει τις μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων στην Αμερική και την ανικανότητα των περισσοτέρων τους να συντηρήσουν έναν γέροντα χωρίς να τον φυλακίσουν ή να τον ιδρυματοποιήσουν. Παρακολουθούμε τη ζωή συγκεκριμένων ασθενών μέσα στα γηροκομεία, τις παραξενιές τους, την ανάγκη τους για στοιχειώδη ανεξαρτησία, αλλά και την επιθυμία τους να μη γίνονται βάρος στα παιδιά τους. Μπαίνουμε στην ψυχολογία του ασθενή, του συγγενή αλλά και του ίδιου του γιατρού που βρίσκεται αντιμέτωπος με καταστάσεις που ποτέ δε διδάχτηκε ούτε στο πανεπιστήμιο ούτε στην ειδικότητα.

Στο δεύτερο μέρος του, βιώνουμε την αγωνία των καρκινοπαθών για τον επερχόμενο θάνατο, την ανάγκη για ανακουφιστική θεραπεία και το δίλημμα της άραγε έγκαιρης έναρξης αυτής, έναντι της  χ ή ψ νέας και ελπιδοφόρας φαρμακευτικής αγωγής που σκοπεύει στη δυνητική παράτασης μιας ζωής που σε μερικές περιπτώσεις μόνο ποιότητα δεν έχει. Διαβάζουμε για τη ικανότητα, ίσως και τη δυνατότητα που θα μπορούσε να έχει ο καρκινοπαθής να επιλέξει όχι μόνο τον τρόπο που θέλει να ζήσει αλλά και τον τρόπο που θέλει να πεθάνει καθώς και το νομικό πλαίσιο αυτού, με την ευθανασία, ενεργητική ή παθητική, να επιτρέπεται πια, υπό προϋποθέσεις σε όλο και περισσότερες χώρες.

Το βιβλίο αυτό, παρά τη βαριά θεματολογία του, με γοήτευσε αληθινά. Διάβαζα με τις ώρες για τη ζωή και το θάνατο συμπάσχοντας με τον συγγραφέα όταν στον επίλογο επέτρεπε στον πατέρα του να πεθάνει ήσυχα, δίπλα στην οικογένειά του χωρίς να λάβει μηχανική υποστήριξη ούτε άλλες επιθετικές θεραπείες. Στις σελίδες του συνάντησα όχι μόνο δικούς μου ασθενείς που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με είχαν σημαδέψει και σα γιατρό και σαν άνθρωπο (18 Μαΐου, Το δωματιο 303,  Η κυρία Μαρία, 101Μια ανάσα ακόμα, Ευθανασία) αλλά ποιος να το φανταζόταν, τον ίδιο μου πατέρα, όταν τρία χρόνια μετά βρέθηκε πρωταγωνιστής στην ίδια ακριβώς ιστορία να παλεύει με έναν επιθετικό καρκίνο ανθεκτικό στη χημειοθεραπεία.


Φυσικά και του δώρισα αυτό το βιβλίο, ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2017 όπου έγινε και η διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονα. Θυμάμαι το διάβασε μέσα σε δέκα ημέρες και όταν το τελείωσε με ανάγκασε να του υποσχεθώ δύο πράγματα α) ότι δε θα του έκρυβα ποτέ τίποτα και β) ότι εκείνος θα έπαιρνε τις κρίσιμες αποφάσεις. Και τώρα που το σκέφτομαι, ίσως γι αυτό και να γούρλωσε θυμωμένα τα μάτια του όταν αμέσως μετά το φιάσκο της χημειοθεραπείας του πρότεινα την εναλλακτική λύση της ανοσοθεραπείας.

«Εναλλακτικές; Μου υποσχέθηκες πως θα με αφήσεις να παίρνω εγώ τις αποφάσεις και δε θέλω καμία εναλλακτική. Φάρμακα του διαβόλου δεν ξαναβάζω εγώ στο σώμα μου. Τέλος». Ήξερα πως όταν ο μπαμπάς έλεγε τέλος, εννοούσε τέλος. Είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις του. «Εμείς οι θνητοί , Πέτρο, μην το ξεχνάς, εμείς οι θνητοί» έλεγε συνέχεια, ίσα για να μου θυμίσει την ιστορία του Γκαουάντε και του δικού του πατέρα.

Δε μπορούσα να σχολιάσω τίποτα. Ήμουν παγιδευμένος στις υποσχέσεις που του είχα δώσει. Προσπάθησα να του εξηγήσω πως αυτός δεν είναι ακόμα καρκινοπαθής τελικού σταδίου. Ο δικός του επίλογος θα αργούσε πολύ να έρθει. Για ποιο λόγο λοιπόν να μην εκμεταλλευόταν το χρόνο αυτό με μία θεραπεία που στο κάτω κάτω και πιο εύκολη είναι στη χορήγησή της και πολύ λιγότερες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχει; «Τι έχουμε να χάσουμε ρε μπαμπά; Το πολύ πολύ να μη γίνει τίποτα». Όχι!  Η απόλυτη άρνηση!

Δεν τον αδικούσα. Μόλις είχε βγει ηττημένος και εξαντλημένος από έναν αγώνα στον οποίο είχε επενδύσει τόσα πολλά. Και όταν κάποιος καίγεται φυσά και το γιαούρτι. Πώς θα μπορούσε ξανά να ελπίζει; Πώς θα άντεχε μια πιθανή δεύτερη αποτυχία; Αποφάσισα να του δώσω λίγο χώρο και χρόνο. Και εκ του αποτελέσματος, έπραξα πολύ καλά. Ίσως στο χρόνο αυτό να ανέλαβε το ένστικτο της επιβίωσης που άρχισε να του χτυπά το καμπανάκι. Ίσως πάλι απλά να μην ήθελε να με στεναχωρήσει. Δεν ξέρω και δε με ενδιαφέρει αλλά η ελπίδα τελικά ήρθε. Αν και κατακρεουργημένη από την αποτυχία της χημειοθεραπείας, εμφανίστηκε δειλά δειλά σαν ένα πράσινο φυλλαράκι πάνω στον ξερό κορμό, ένα φυλλαράκι μικρό μεν, ικανό δε να του αλλάξει γνώμη και ναι, να ξεκινήσει τελικά την ανοσοθεραπεία.

Θυμάμαι πολύ καλά την πρώτη ημέρα. Ήταν Τετάρτη 4 Απριλίου 2018 (Μεγάλη Τετάρτη) και εκείνος είχε αποκοιμηθεί στην κλίνη του δωματίου καθώς ελάμβανε σταγόνα σταγόνα το opdivo, το σκεύασμα της ανοσοθεραπείας. Εγώ καθόμουν δίπλα του ήσυχος, σαφώς συγκρατημένος μα καθόλου συγκροτημένος. Το ανάποδο θα έλεγα, μπερδεμένος. Και ήταν τότε που αποφάσισα να γράψω την ιστορία του πατέρα μου σε τούτο δω το blog. Μια ιστορία που ξεκίνησε με έναν πολύ άσχημο πρόλογο υπό τον τίτλο «εμείς οι θνητοί» (τι άλλο), συνεχίστηκε όμως με ένα κύριο θέμα που παρά τα κακά προγνωστικά της βιοψίας, ακόμα γράφεται.

Ναι, η ανοσοθεραπεία απέδωσε και με το παραπάνω. Σήμερα 31 Μαΐου 2018, ο πατέρας μου ζει. Ζει και βασιλεύει για την ακρίβεια! Έκοψε το τσιγάρο, βγαίνει βόλτα χέρι-χέρι με τη μάνα μου, μαγειρεύει, οδηγεί το corolla του, πηγαίνει στο Δήλεσι, φροντίζει τα γατάκια του και φυτεύει τα ζαρζαβατικά του. Φυσικά και δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει αυτή η ύφεση. Βδομάδες; Μήνες; Χρόνια; Ηλίθιος δεν είμαι. Αντιλαμβάνομαι ότι έχει ημερομηνία λήξης και έναν επίλογο πιθανώς σαν τον επίλογο του  Γκαουάντε. Μέχρι τότε όμως ο πατέρας μου ζει. Επαναλαμβάνω. Μέχρι τότε Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΖΕΙ. Ζει πανηγυρικά, είναι αισιόδοξος και γράφει τη δική του ιστορία στο δικό του κύριο θέμα, αποδεικνύοντας εξ ορισμού και αυταπάγγελτα ότι η ελπίδα, όντως πεθαίνει τελευταία.

Advertisements

ΚΑΛΕΣ ΚΑΙ ΚΑΚΕΣ ΜΕΡΕΣ

images

Πόσο εύκολο είναι να συμφιλιωθεί κανείς με το θάνατο όσο είναι ακόμα στη ζωή; Αν για παράδειγμα κάποιος σου ανακοινώσει ότι έχεις 90 ημέρες ζωής πόσο θα σου πάρει να δεχτείς αυτή την αντίστροφη μέτρηση και πώς θα περνάς την κάθε σου μέρα; Θα μπορέσεις ποτέ να σταματήσεις να σκέφτεσαι ότι αύριο θα έχεις 89 ημέρες ζωής και μεθαύριο 88; Θα μπορέσεις να συνεχίσεις να ζεις «φυσιολογικά» την καθημερινότητά σου ή μήπως κάθε μέρα που περνά θα κυριαρχείται από το μοιραίο της 90ής; Όλοι ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε κάποτε. Γενικώς και ασαφώς. Δεν θα είναι τώρα, δε θα είναι σε τρεις μήνες ούτε σε ένα χρόνο. Θα είναι κάποτε. Και με το κάποτε οι περισσότεροι μπορεί και να είμαστε δυνατοί και να διαλαλούμε ότι δε φοβόμαστε το θάνατο. Όταν όμως το κάποτε συγκεκριμενοποιηθεί στο πεπερασμένο 90, τα πράγματα αλλάζουν. Τι θα αισθανθείς τότε; Φόβο; Αδικία; Αδυναμία; Ανημποριά;

Ήταν τόσο αναμενόμενη η επόμενη ερώτηση του πατέρα μου. «Πόσο χρόνο έχω;». Φυσικά και δεν ήξερα να απαντήσω. Άλλωστε ήταν πολύ νωρίς να μιλήσουμε για χρόνους. Έπρεπε να οργανωθούμε και να κάνουμε ό,τι είναι ιατρικά και επιτακτικά πια απαραίτητο για να διασφαλίσουμε το ένα και μόνο ιερό ζητούμενο. Την ποιότητα Ζωής. Του άρεσε αυτό του πατέρα μου διότι το τελευταίο δίμηνο δεν περνούσε καλά. Το βασανιστικό του σύμπτωμα δεν ήταν η δύσπνοια, ο βήχας ή η αιμόπτυση (συμπτώματα που δε βίωσε ποτέ) αλλά η αφόρητη θωρακαλγία-οσφυαλγία λόγω της εντοπισμένης καρκινικής πάχυνσης του υπεζωκότα που πίεζε το σύστοιχο μεσοπλεύριο νεύρο. Ό,τι παυσίπονα και να έπαιρνε, όσα αντιφλεγμονώδη (ενέσιμα ή από του στόματος) και να του χορηγούσα ο πόνος ήταν παρών κάθε φορά που ξάπλωνε. Προσπαθούσε να βρει μία στάση να τον ανακουφίζει έστω και για λίγο. Υπήρχαν μέρες καλές που το κατάφερνε και μέρες κακές που ό,τι και να έκανε πονούσε. Κατέληγε να ξαπλώνει στο πάτωμα δεξιά πλάγια, σε εμβρυική στάση. Έτσι, ίσως και να κοιμόταν κάνα τρίωρο. Το υπόλοιπο βράδυ κυκλοφορούσε μόνος στο σπίτι, από το σαλόνι στο μπαλκόνι και από το μπαλκόνι στο σαλόνι, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, κάνοντας απόσβεση τις πιο σκοτεινές του σκέψεις στον αιωρούμενο καπνό. Ναι, ακόμα κάπνιζε. Πολύ. Γιατί όχι άλλωστε;

Για να έχουμε έναν κοινό και αντικειμενικό άξονα συνεννόησης του ζήτησα να βαθμολογεί τον πόνο από το μηδέν (καθόλου πόνος) ως το 10 (αφόρητος πόνος). Το 5 θα ήταν το όριο έντασης που θα μπορούσε να αντέξει. Γενικά στα τεσσάρια και τα πεντάρια δε με έπαιρνε τηλέφωνο για να μη με ανησυχήσει. Με ενημέρωνε το επόμενο πρωί. Αυτές ήταν  οι σχετικά καλές μέρες. Μερικές πάλι φορές, ευτυχώς όχι πολλές, βίωνε εξάρια και επτάρια. Αυτές ήταν οι κακές μέρες που δεν κοιμόταν καθόλου. Και από τις κακές αυτές μέρες, το μόνο που σήμερα θυμάμαι είναι ο πανικός. Ο πανικός που ήμουν ανήμπορος να τον βοηθήσω. Τρία πράγματα έπρεπε να γίνουν με κάθε θυσία και το γρηγορότερο δυνατόν: α) η έναρξη συνεδριών ακτινοβολίας στην περιοχή πίεσης του μεσοπλεύριου νεύρου, β) η λήψη βιοψίας και γ) η έναρξη χήμειο- ή άνοσοθεραπείας.

Εξήγησα τα πάντα στον πατέρα μου. Ο πόνος τον έκανε ανυπόμονο για την έναρξη οποιασδήποτε θεραπείας. Είπε σε όλα ναι. Έτσι, 20 Σεπτεμβρίου 2017 ξεκινήσαμε ακτινοβολίες. Προγραμματίστηκαν να γίνουν 16 συνολικά συνεδρίες, μία την ημέρα, καθημερινά, από Δευτέρα ως Παρασκευή. Πάντα έφευγα 1-2 ώρες νωρίτερα από τη δουλειά και τον πήγαινα με το αυτοκίνητο. Ήθελα να τον πηγαίνω εγώ. Στη διαδρομή πιάναμε την κουβέντα για όλα. Για μένα, για εκείνον, για τη νόσο του, για τον πόνο του, για τη μάνα μου, για τον αδερφό μου, για τους συγγενείς του. Λέγαμε και τις μπούρδες μας, τι έγινε στο Survivor, στο Masterchef ή σε κάτι τούρκικες σειρές που έβλεπε με τη μάνα μου και που ανάθεμα και αν θυμάμαι τον τίτλο τους τώρα. Οι ρόλοι μου εναλάσσονταν από ώρα σε ώρα. Προσπαθούσα να καταλάβω τι είχε ανάγκη να ακούσει. Πότε του μιλούσα σα γιατρός και πότε σα γιος. Μας έκαναν απίστευτο καλό αυτές οι κουβέντες. Εγώ δυνάμωνα όλο και περισσότερο και αν και δεν κατάφερα να συμφιλιωθώ με την ιδέα του θανάτου, δεν ξαναέκλαψα ποτέ μπροστά του. Ο πατέρας βλέποντας εμένα δυνατό, χαλάρωνε και άρχιζε επιτέλους να ανοίγεται και  να μοιράζεται τους πιο κρυφούς του φόβους και ανησυχίες κάνοντας το «μαζί» πια πράξη.

Ευτυχώς μετά την πέμπτη συνεδρία ακτινοβολίας ο πόνος ελαττώθηκε εντυπωσιακά. Ο πατέρας μου μπορούσε να κοιμηθεί πια στο κρεβάτι με ελάχιστα παυσίπονα. Η ποιότητα Ζωής του είχε επανέλθει. Και αν καμιά φορά δεν κοιμόταν ήταν λόγω αγωνίας για το τι θα του επιφύλασσε η επόμενη ημέρα. Θα ήταν άραγε μία καλή ή μία κακή ημέρα; Έτσι ειχαμε συμφωνήσει. Να μη σκεφτόμαστε ποτέ τον επόμενο μήνα ή την επόμενη εβδομάδα. Μόνο την επόμενη μέρα. Να αντιμετωπίζουμε το θηρίο με μικρούς βηματισμούς και εφικτούς στόχους. Και ο πρώτος στόχος, η ύφεση του πόνου, είχε κιόλας κατακτηθεί.

Ο δεύτερος στόχος ήταν φυσικά η βιοψία. Η βιοψία σε έναν καρκινοπαθή καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το ιδανικό πλάνο θεραπείας που πρέπει να ακολουθήσει και δυστυχώς ή ευτυχώς δίνει και μια πρώτη αδρή προσέγγιση του χρόνου επιβίωσης. Η πρώτη προσπάθεια βιοψίας του πατέρα μου υπό αξονικό τομογράφο εννοείται πως απέτυχε παταγωδώς χαρίζοντάς του έναν ωραιότατο πνευμοθώρακα. Η δεύτερη όμως έδωσε τελικά τον πολυπόθητο ιστό στο παθολογοανατομικό εργαστήριο οπότε λίγες μέρες μετά, 25 Σεπτεμβρίου 2017, χρώσεις, ανοσοϊστοχημείες και γονιδιακές εξετάσεις αποφάνθηκαν πως αυτό που έμελε να σκοτώσει τον πατέρα μου είχε τίτλο και ονομασία προέλευσης «μη μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα, πλακώδης, χαμηλής διαφοροποίησης με PDL1: 3%». Η διαφοροποίηση δε, ήταν τόσο χαμηλή που αρχικά ο παθαλογοανατόμος δεν μπορούσε να αναγνωρίσει καν την πνευμονική προέλευση των κυττάρων. Για τους μη γνώστες, στην ιατρική χαμηλή διαφοροποίηση σημαίνει υψηλή επιθετικότητα. Και υψηλή επιθετικότητα σημαίνει … σημαίνει πολύ απλά ότι μας περίμενε μεγάλος αγώνας. Ο μπαμπάς ενημερώθηκε ότι το θεριό είναι πολύ πιο ζόρικο απ΄όσο περιμέναμε και ελπίζαμε. Ενημερώθηκε ότι θα ξεκινήσουμε άμεσα χημειοθεραπείες και ότι ίσως κάποια στιγμή βιώσει ανεπιθύμητες ενέργειες που θα μπορούσαν να του στοιχίσουν σε ποιότητα ζωής.

«Έχουμε αγώνα μπροστά μας μπαμπά»
«Φυσικά και έχουμε αγώνα. Αύριο. Πάμε να πιούμε κάνα καφέ τώρα;»

Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

370x208_lungteaser

Η ανακοίνωση σε έναν ασθενή ότι έχει καρκίνο δεν είναι εύκολη υπόθεση. Εξατομικεύεται προφανώς από πολλούς παράγοντες όπως την ηλικία του, τη μόρφωση, τη διαύγεια πνεύματος και φυσικά το χαρακτήρα του. Ο πατέρας μου είναι 72 ετών με καλό επίπεδο μόρφωσης, χωρίς άνοια. Είναι ένας περήφανος άνθρωπος με δυνατό χαρακτήρα που το μόνο που ήξερε από νέος ήταν να δουλεύει καθημερινά και με υπερωρίες ως μηχανουργός στην ΕΛΣΑ για να συντηρήσει την οικογένειά του. Ακόμα και μετά τη συναξιοδότησή του εξακολουθούσε να είναι αρκετά δραστήριος. Είτε θα έβαφε το σπίτι, είτε θα φύτευε ντοματιές και αγγουριές στο εξοχικό μας στο Δήλεσι, είτε θα ψάρευε, είτε θα μαγείρευε, με κάθε τρόπο έδειχνε τον ισχυρό και οργανωτικό του ρόλο στην οικογένεια. Δε θα μπορούσα να του κρύψω τίποτα. Δεν ήθελα κιόλας.

Μπήκα στο σπίτι. Ο πατέρας είχε ήδη γυρίσει απ´το Δήλεσι όπου είχε παραμείνει μόνος για 24 ώρες λόγω της ακτινοβολίας του PET-CT. Καθήσαμε να φάμε σα να μη συμβαίνει τίποτα και όταν η μητέρα μου και ο αδερφός μου πήγαν να ξαπλώσουν παραμείναμε μόνοι στην κουζίνα. Με κοίταξε στα μάτια και ρώτησε κατευθείαν: «Έχω το κακό Πέτρο; Έχω καρκίνο;». Δεν ήθελα να απαντήσω «ναι, έχεις καρκίνο». Μου ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Ήθελα κάπως να χρυσώσω το χάπι, έστω στην αρχή, σε μια προσπάθεια μου να μη στεναχωρεθεί, μην απογοητευτεί και το κυριότερο να μη μου αρνηθεί τον περαιτέρω έλεγχο που έπρεπε να γίνει. Είχα πάρει και έναν άτλαντα ανατομίας μαζί για να του εξηγήσω τι σημαίνει υπεζωκότας, να του δείξω ακριβώς που είναι η οζώδης βλάβη και με ποιο τρόπο πιεζόταν το δέκατο μεσοπλεύριο νεύρο που του προκαλούσε τον πόνο.

«Δεν ξέρω μπαμπά, είναι πιθανό να έχεις καρκίνο αλλά δε μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν δεν κάνουμε βιοψία πρώτα». Ξεκίνησα να του αναλύω σε ποιο σημείο θα επιχειρήσουμε να πάρουμε βιοψία, όμως ο πατέρας μου τελικά δεν ενδιαφερόταν και πολύ για τις ιατρικές λεπτομέρειες. Μπορεί και να τον ενοχλούσαν. Ήταν προφανές πως εκείνη τη στιγμή με ήθελε σαν γιο και όχι σα γιατρό. Μου έπιασε το χέρι λέγοντας «ρε χαζέ, μην ανησυχείς, ό,τι και να είναι, ο πατέρας σου είναι αρκούδι, μην κολλάς. Απλά θέλω να μου υποσχεθείς πως θα έχω τις επιλογές μου. Δε θέλω να μου κρύψεις τίποτα όσο κακό και αν είναι ε;». Μου άρεσαν πολύ αυτά τα πρώτα λόγια του.

Φυσικά και κατάλαβε πως έχει καρκίνο όμως επέλεξε να είναι αισιόδοξος. Και το ίδιο έπρεπε να κάνω και εγω. Να φανώ ήρεμος, ψύχραιμος και δυνατός είτε αυτό γινόταν με την ιδιότητα του γιατρού, είτε με την ιδιότητα του υιού. Δυστυχώς όμως όσο και να το προετοίμαζα από την προηγούμενη ημέρα, δεν τα κατάφερα. Ενώ τον έβλεπα μπροστά μου αισιόδοξο, το ηλίθιο μυαλό μου άρχισε να κατεβάζει δεκάδες εφιαλτικές εικόνες που έδειχναν ένα Δήλεσι εγκαταλελειμμένο, ετοιμόρροπο, με ξεραμένες ντοματιές και αγγουριές, ένα toyota corolla αραγμένο και σκονισμένο στο πάρκινγκ και έναν μπαμπά, απισχνασμένο, καταβεβλημένο με παρεντερική σίτιση και μάσκα οξυγόνου να αποδεικνύει με τον πιο βάρβαρο και ξεκάθαρο τρόπο ότι ο καρκίνος σκοτώνει.

Δεν του αποκάλυψα ποτέ αυτές τις εικόνες. Ούτε πρόκειται. Ήταν και είναι οι δικοί μου φόβοι. Χαμήλωσα το βλέμμα μου και  έβαλα τα κλάματα. Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου πως σε αυτή τη μάχη η αισιοδοξία είναι μέγα όπλο και με αυτό το όπλο ο καρκίνος μπορεί μεν να σκοτώνει αλλά όχι πάντα. Οι εικόνες όμως συνέχισαν να έρχονται ασταμάτητα. «Ααα δε θέλω τέτοια» μου είπε ο μπαμπάς και έκλεισε την πόρτα της κουζίνας μην ακούσει κάτι η μάνα μου. «Θα το παλέψουμε μαζί. Γιο γιατρό έχω και δε φοβάμαι τίποτα». Σήκωσα το κεφάλι μου και τον κοίταξα. Χαμογελούσε. Ήταν φοβερό. Εγώ έκλαιγα και ο μπαμπάς χαμογελούσε. Και κάπως έτσι ο αγώνας μας ξεκίνησε. Μαζί.

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΘΝΗΤΟΙ

0*VWU8mj_rXlj9pQaW

Ήθελα πολύ καιρό, σχεδόν έξι μήνες, να γράψω τις σκέψεις μου. Όχι να τις μοιραστώ. Μόνο να τις γράψω. Και μετά να τις διαβάσω. Και να τις ξαναδιαβάσω. Και μετά να προσπαθήσω να τις διορθώσω, να τις αλλάξω σειρά, να τις οργανώσω σε μια προσπάθεια να οργανωθώ και εγώ ο ίδιος. Δεν τα κατάφερα. Η δουλειά πολλή. Η κούραση περισσότερη. Ή απλά το απέφευγα. Δεν ξέρω.

Σήμερα, Μεγάλη Τετάρτη, αποφάσισα να το κάνω. Ή τουλάχιστον να το προσπαθήσω. Είναι 14:15, κάθομαι στο δωμάτιο 9 του oneday clinic στο νοσοκομείο Μητέρα. Πληκτρολογώ στο ipad. Οι σκέψεις είναι δυσάρεστες, τολμώ να πω επώδυνες. Εντούτοις γράφω ήρεμα.  Δίπλα βρίσκεται ξαπλωμένος ο πατέρας μου. Κοιμάται γαλήνια όσο πέφτει ενδοφλέβια το φάρμακο. Opdivo. Θα μπορούσε να λέγεται και ελπίδα.

Πριν επτά μήνες ο πατέρας μου διαγνώστηκε με καρκίνο του πνεύμονα. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα για έναν γιατρό. Να βάζει μια τέτοια διάγνωση σε ένα τόσο κοντινό του άνθρωπο. Παραπονιόταν για ένα πόνο στο δεξί υποχόνδριο και λίγο στην πλάτη. Δύο μήνες τον ταλαιπωρούσε αλλά έπαιρνε αναλγητικά και δεν μου έλεγε τίποτα. Αποφάσισε να μου το πει αρχές Σεπτεμβρίου όταν τα παυσίπονα δε βοηθούσαν.  «Η χολή σου θα είναι πατέρα, έλα στο νοσοκοκομείο να σου κάνω εξετάσεις». Η χολή δεν ήταν. Ο υπέρηχος άνω κάτω κοιλίας ήταν φυσιολογικός. Η ακτινογραφία θώρακος όμως όχι. Με το που εκτυπώθηκε, στάθηκα μπροστά στο διαφανοσκόπιο και την κοιτούσα. Κοιτούσα ξανά το όνομα. Μπας και ήταν άλλου. Όχι. Ήταν του πατέρα μου. Και κάπως έτσι, 13 Σεπτεμβρίου 2017, ξεκίνησαν όλα, με εμένα χλωμό και κάθιδρο να παρατηρώ μια νομισματοειδή σκίαση στον δεξιό πνεύμονα του πατέρα μου.

Τα χαστούκια έρχονταν απανωτά. Κάθε μέρα επιφύλασσε και κάτι διαφορετικό. Το επόμενο βήμα ήταν οι αξονικές τομογραφίες. Επιβεβαίωσαν ότι η νοσμισματοειδης σκίαση ανήκει στον κάτω λοβό του δεξιού πνεύμονα σε γειτνίαση με τον υπεζωκότα. Ευτυχώς δε διαπιστώθηκαν μεταστάσεις σε άλλα όργανα. Εγκέφαλος, κοιλία και οστά ήταν καθαρά. Αμέσως άρχισα να επεξεργάζομαι πιθανά σενάρια στο μυαλό μου. Άρχισα να ελπίζω. Μήπως το προλάβαμε; Μήπως είμαστε μόλις στο πρώτο στάδιο; Μια λοβεκτομή και ίαση. Ευκολάκι; Όχι.

Δύο μέρες μετά ακολούθησε το PET-CT, η τεχνολογία σε όλο της το μεγαλείο και συνάμα η εξέταση εκλογής στην περίπτωση του πατέρα μου. Χρησιμοποιώντας τη γενική παραδοχή ότι τα καρκινικά κύτταρα έχουν ταχύτερο μεταβολισμό από τα φυσιολογικά, έχει τη δυνατότητα-ικανότητα να αποκαλύπτει καρκινικές εστίες-μεταστάσεις που δε φαίνονται στην απλή αξονική τομογραφία. Ο πατέρας μου μετά την εξέταση πήγε Δήλεσι διότι λόγω ακτινοβολίας, έπρεπε να παραμείνει για περίπου 24 ώρες μόνος του. Εγώ πήγα στη μάνα μου και τον αδερφό μου οι οποίοι δε γνώριζαν τίποτα. Είχε ευαισθητοποιηθεί η συνάδελφος ακτινολόγος να με ενημερώσει άμεσα με τα πρώτα αποτελέσματα. Και έτσι έγινε.

Παίζει να ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου. Η συνάδελφος ήταν απίστευτα ευγενική όμως τα λόγια της τσάκιζαν. Εκτός από τη βασική νομισματοειδή σκίαση διαμέτρου δύο περίπου εκατοστών, υπήρχαν παχύνσεις του υπεζωκότα, αρκετά μικρά οζίδια διάσπαρτα στο πνευμονικό παρέγχυμα και δύο έντονα ύποπτοι λεμφαδένες στο μεσοθωράκιο. Συνέχεια άκουγα την έκφραση «υπερμεταβολική εστία εδώ» «υπερμεταβολική εστία εκεί». Ήθελα να της πω «σκάσε» αλλά έπρεπε να το ακούσω μέχρι το τέλος. Και το τέλος ήταν και το χειρότερο. Μία από τις παχύνσεις του υπεζωκότα ερχόταν σε επαφή με τον δέκατο θωρακικό σπόνδυλο. Ήταν αρκετά μεγάλη και ουσιαστικά εισχωρούσε μέσα στο μεσοσπονδύλιο τρήμα  πίεζοντας το σύστοιχο μεσοπλεύριο νεύρο. Το μυστήριο λύθηκε. Αυτό εξηγούσε τον πόνο στην πλάτη αλλά και την ζωστηροειδή του επέκταση στο δεξί υποχόνδριο.

Κλείνοντας το τηλέφωνο με έπιασαν τα κλάματα. Η μάνα μου σάστισε. Κάθησε δίπλα μου και άρχισε να μου χαϊδεύει την πλάτη. Με ρωτούσε τι έχω. Παρά την άνοιά της άρχισε να κάνει συνειρμούς. Γιατί ο μπαμπάς πήγε μόνος του Δηλεσι; Είναι καλά; Καλή η ερώτηση σκέφτηκα. Είναι καλά; Τι θα του πω όταν με πάρει τηλέφωνο; Πώς θα το ανακοινώσω; Πώς θα τον στηρίξω; Τι να απαντήσω στη μάνα μου; Χρειαζόμουν ο ίδιος χρόνο. Χρόνο καταρχήν να θρηνήσω και να πλαντάξω. Χρόνο να δεχτώ και να αποδεχτώ. Και το κυριότερο, χρόνο για να δυναμώσω, μπας και καταφέρω και αντιμετωπίσω τη σκληρή αλήθεια που μόλις έμαθα. Ότι ο πατέρας μου έχει καρκίνο του πνεύμονα. Χωρίς καμία πιθανότητα ίασης.

ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ

dsc00196-e1526326382580.jpg

Περίεργη και αναπάντεχα δακρύβρεχτη η σημερινή μέρα. Δεν περίμενα ότι θα με ενοχλήσει τόσο, όμως, ως φαίνεται, ορισμένα πράγματα πληγώνουν μόνο όταν παύουν να είναι δεδομένα. Όχι, δεν πρόκειται για μια εγγραφή ερωτικής απογοήτευσης αλλά για μία κατάθεση απόσυρσης. Γράφω για  το πρώτο μου, δεκατριών πια χρόνων,αυτοκίνητο. Πέντε υπογραφές και τέσσερις επικυρώσεις του γνήσιου της υπογραφής ήταν αρκετές λοιπόν για να αποσυρθεί, σπαρακτικά απρόσωπα, δίπλα σε εκατοντάδες άλλα.

 Ήταν ένας τεράστιος υπαίθριος χώρος όπου έβλεπε κανείς αριστερά τόνους από λάστιχα, και δεξιά τους σκελετούς των αυτοκινήτων στιβαγμένους σε εξάδες ο ένας πάνω στον άλλο. Κανονικό νεκροταφείο. Και ένα νεκροταφείο πάντα σου γεννά μια γλυκόπικρη αίσθηση απώλειας, νοσταλγίας, μελαγχολίας, ίσως και φόβου, ακόμα και αν πρόκειται για αυτοκίνητα. Λίγο παρακάτω ένας Πακιστανός σκούπιζε τα συντρίμμια των κρυστάλλων και στο βάθος φαινόταν και ακουγόταν ένας γερανός που μετέφερε προφανώς τις «σωρούς».

Κάπου στη μέση αυτής της υπαίθρου, σήμερα 11/05/2013 και  ώρα 10:26 και 32 δευτερόλεπτα, βρέθηκα και εγώ.  Δυνάμωσα το cd-player που έπαιζε (σκόπιμα και όχι τυχαία) το Breath me από  Sia, πήρα μια βαθιά ανάσα και βγήκα από το saxo να επεξεργαστώ το περιβάλλον. Αφού έβγαλα τις τελευταίες του φωτογραφίες, βρέθηκα τελικά στο διοικητικό προσωπικό της εταιρείας απόσυρσης να υπογράφω τις υπεύθυνες δηλώσεις και συγχρόνως να παρακολουθώ τον Πακιστανό να προσπαθεί μάταια να ανοίξει το καπώ του αυτοκινήτου. Γέλασα λίγο αυθόρμητα διότι λόγω ελαττώματος ήθελε ειδικό χειρισμό τον οποίο και με μαύρη καρδιά του έδειξα.

Έφυγα με διάθεση «πονάει η καρδιά όταν ψηλώνει» και όπως έβλεπα τον Πακιστανό να αφαιρεί τελικά τη μπαταρία, ε ναι λοιπόν δάκρυσα λες και πρόδωσα τον καλύτερό μου φίλο για 900 ψωροαργύρια. Στο ταξί που πήρα για το σπίτι, κρατούσα σφιχτά τα κλειδιά. Δεν τα χρειάζονται στην εταιρία ανακύκλωσης. Η πορεία του φίλου μου άλλωστε ήταν πια προδιαγεραμμένη: Λάστιχα και λαμαρίνες!  Και κάπου βαθιά σε αυτές τις λαμαρίνες βρίσκονται ανεξίτηλα χαραγμένες κάποιες βραδιές στην Πετρούπολη με θέα πιάτο όλη την Αθήνα, ένας στρατός στη Λέσβο, ένα αγροτικό στο Μεσολόγγι και την Άνω Χώρα ορεινής Ναυπακτίας, μία εκδρομή στο Ναύπλιο, τα Δερβενοχώρια, το Προκόπι, τη Μάνη, μονήμερες αποδράσεις σε όλες τις παραλίες της Αττικής, διακοπές σε Λευκάδα, Σκύρο, Άνδρο, Πάρο, Λευκάδα, Πάρο, Νάξο, Ελαφόνησο και δε θυμάμαι και που αλλού. Κάθε βαθούλωμα, κάθε γρατζουνιά και μία σελίδα της ζωής μου.

Δεν ξεκολλάω εύκολα απ’το παρελθόν. Όσο και να θέλω να προχωράω, είμαι άνθρωπος μάλλον δύσκολος και δυσκοίλιος στις αλλαγές. Δένομαι με πρόσωπα, αντικείμενα και καταστάσεις και πονάω όταν λόγω συνθηκών ή πιέσεων αναγκάζομαι να αλλάξω τις φυσικές μου σταθερές. Όμως τα πάντα στη ζωή είναι ροή. Ροή και ανακύκλωση …

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΤΑ ΖΩΑ

chicken_Little

Άλλη μια Πέμπτη ξημέρωνε. Αγουροξυπνημένος  και  πονοκεφαλιασμένος  έφτιαξα στα γρήγορα έναν κουταλάτο φραπέ (ξέρετε εκείνον που ανακατέβεις στο ποτήρι τον καφέ με τη ζάχαρη και τον πίνεις μονορούφι) και όδευσα στο αυτοκίνητο. Μη με ρωτήσετε γιατί αλλά οι Πέμπτες ποτέ δεν ήταν απ’τις αγαπημένες μου μέρες. Και η χτεσινή Πέμπτη το επιβεβαίωσε και με το παραπάνω απ’τις πρώτες κιόλας ώρες. Έβαλα στο ραδιο-cd τα hits 2010 και βγαίνοντας με την όπισθεν απ’το πάρκινγκ, ακριβώς πριν ο stromae λαλήσει  alors on dance, αισθάνθηκα έναν γδούπο κάτω απ’τις ρόδες και μια φρικτή τσιρίδα να σκίζει τον αέρα.

Οι σχέσεις μου με όλα τα έμβια όντα ανέκαθεν ήταν λίγο περίεργες. Θυμάμαι τον εαυτό μου 5-6 ετών να κάθεται στην παραλία και να παίζει με το κουβαδάκι του, όχι γεμίζοντάς το με άμμο αλλά με νερό και μυρμήγκια. Ναι καλά διαβάσατε. Με μυρμήγκια. Δεν ξέρω αν ήταν επιστημονική περιέργεια, οίστρος ή η αρχή ενός Dexter αλλά όντως θαύμαζα την ικανότητά των μυρμηγκιών να περπατούν τόσο «ανέμελα» στον πυθμένα του ύδατος. Και πραγματικά στεναχωριόμουν όταν μετά από περίπου τρία λεπτά έμεναν ακίνητα δια παντός, όμως με τον τρόπο αυτό ανακάλυψα γιατί τα μυρμήγκια δε λέγονται τσιπούρες και συγχρόνως απέκτησα και την πρώτη και χειρότερη φοβία μου: Την ασφυξία.

Έκτοτε, δεν πείραξα κανένα έμβιο ον. Αγαπώ όλο το ζωικό βασίλειο και θεωρώ τον εαυτό μου πραγματικά φιλόζωο. Τα ζώα δεν ξέρω αν έχουν την ίδια ακριβώς άποψη βέβαια. Η μεγαλύτερη τραυματική μου εμπειρία ήρθε στην ηλικία της τετάρτης δημοτικού με τον Μπίλυ. Οι περισσότεροι γνωρίζετε την ιστορία. Για τους υπόλοιπους απλά αναφέρω συνοπτικά πως ο Μπίλυ ήταν ένα πανέμορφο κίτρινο κούτσικο κοτοπουλάκι μόλις λίγων ημερών, δώρο από τους γονείς μου. Είχε μάθει να ανταποκρίνεται στο άκουσμα του ονόματός του και να τρώει καλαμπόκι από τη χούφτα μου. Ήταν πραγματικά μια σχέση αγάπης και στοργής που όμως έμελε να τελειώσει τόσο μα τόσο πρόωρα και τραγικά. Ναι. Η ζωή του τερματίστηκε άδοξα ένα πρωινό (να δεις που θα’ταν Πέμπτη) όταν η δεξιά μου πατούσα είχε την ατυχία να βρει κατά λάθος τον Μπίλυ στο πάτωμα ακριβώς δίπλα απ’το κρεβάτι μου. Ο ήχος του τσιριχτού κακαρίσματος και η εικόνα της προσπάθειάς του να κινηθεί γύρω από τα κολλημένα στο πάτωμα έντερά του έμειναν για πολλούς πολλούς μήνες χαραγμένα στη μνήμη μου. Οι γονείς μάταια προσπαθούσαν να με συνεφέρουν αγοράζοντας άλλα κοτοπουλάκια, όμως εγώ ήθελα τον Μπίλυ. Μόνο τον Μπίλυ μου. Και ο Μπίλυ είχε πεθάνει ελεεινά. Τον είχα σκοτώσει εγώ. Και δεν ήταν η γκαντεμιά που συνεχίστηκε στο Γυμνάσιο, δεν ήταν  το καφεάσπρο χαμστεράκι που έπεσε απ’τον τρίτο όροφο, ούτε το χρυσόψαρο που ψόφησε απ’την πολυφαγία  ή το καναρίνι απ’τη ζέστη. Η αιτία που στα 36 μου κρατώ όλα τα ζώα σε απόσταση ασφαλείας ήταν και θα είναι πάντα ο Μπίλυ.

Και όλα αυτά μου ήρθαν πάλι στο νου μόλις χτες, την Πέμπτη, με ένα γδούπο και μια τσιρίδα στις ρόδες του Saxo. Αμέσως χαμήλωσα το ραδιοcd και πετάχτηκα έξω. Ένα κούτσικο γατάκι σερνόταν δίπλα προσπαθώντας να κρυφτεί πίσω απ’τη γλάστρα. Το συνεχόμενο σπαρακτικό κλάμα έφερε στην παρέα και τη μαμά. Η εικόνα ήταν τραγική. Νιαούριζε το γατάκι, νιαούριζε και η μαμά. Όχι πάλι τα ίδια Θεέ μου. Μη ξέροντας τι να κάνω, πήρα τηλέφωνο την Εύη, την κτηνίατρο της παρέας. Μέχρι να εξηγήσω όμως τι συνέβη, μαζί με το alors on dance έσβησαν και τα νιαουρίσματα. Βλέπετε αν σε πατήσει αυτοκίνητο, δε σου φτάνουν ούτε οι εφτά ψυχές! Έτσι, οι κτηνιατρικές οδηγίες της Εύης περιορίστηκαν σε λόγια παρηγοριάς και το όλο συμβάν έληξε με μένα να στέκομαι αμήχανος και προβληματισμένος που για εκατοστή φορά βίωσα το θάνατο του Μπίλυ. Όχι, όχι, δεν είναι τα ζώα για μένα. Once with an animal, never with an animal!

ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΔΗΛΕΣΙ

eggs

Και κάπως έτσι, πριν καλά-καλά φύγουν τα Χριστούγεννα, ήρθε το Πάσχα. Άλλη μια ευκαιρία για οικογενειακή συνεύρεση στο Δήλεσι, άλλη μια ευκαιρία να εξασκήσω την τέχνη της ψησταριάς  μπουρλιάζοντας τον κάτσικο με τον πατέρα και φυσικά άλλη μια ευκαιρία να ανεβάσω ακόμα λίγο την κακή μου χοληστερόλη.

Πολύ μου αρέσουν αυτές οι μαζώξεις! Αυτά τα ζεστά οικογενειακά τριήμερα που θα εμφανιστώ στο εξοχικό με το φρεσκοπλυμένο μου αμάξι και το μπορντό πουκάμισο με τη μαύρη γραβάτα, έτσι για να δώσω τη χαρά στη μάνα μου να κοκορεύεται που έβγαλε γιο επιστήμονα. Τα τριήμερα αυτά παίρνω μια γεύση ζωής σε χωριό. Μακριά από την Αθηναϊκή κίνηση και τις επαγγελματικές υποχρεώσεις, χαλαρώνω και βλέπω τα πράγματα τόσο μα τόσο διαφορετικά. Απέχοντας από τις όποιες ιντερνετικές και άλλες εξαρτήσεις, ο χρόνος μοιάζει να κυλά όπως ακριβώς θα έπρεπε να κυλά: Αργά! Και κάτι τέτοιες στιγμές συνειδητοποιώ πως χωμένοι στην τεράστια Αθήνα τρέχουμε σα ζουρλοί πέρα δώθε για να αποκτήσουμε τα αγαθά εκείνα  που τελικά ούτε το χρόνο ούτε το κουράγιο έχουμε για να χαρούμε. Τέλος πάντων, Μεγάλο Σάββατο, ώρα 20:42 και με έπιασαν οι αμπελοφιλοσοφίες μου. Ίσως φταίει αυτή η μεθυστική μυρωδιά της μαγειρίτσας που με κάνει και ξερνάω σαν Πυθία ό,τι σώψυχα και υποσυνείδητα κρύβονται στη φαιά μου ουσία. Και αυτή τη φορά τα ξερνάω κατευθείαν στο word μπας και τα διαβάσω στην Αθήνα και με φτύσω όποτε ξαναγχωθώ με ένα κάρο βλακείες.

Η μαγειρίτσα επιτέλους ετοιμάστηκε, το τραπέζι στρώθηκε με κάθε λογιών καλούδια και κατά τις 23.30, μπορεί και 23.40 (γνήσιοι Έλληνες γαρ) φύγαμε για την εκκλησία. Μια εκκλησία κουκλίτσα, κοντά στην παραλία, μια χαρά σημαιοστολισμένη, μια χαρά φωτολουσμένη και μια χαρά τιγκαρισμένη στον κόσμο. Και οι καμπάνες, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, μια χαρά χτύπησαν χαρμόσυνα, και τα βεγγαλικά, αν και λιγότερα λόγω της οικονομικής κρίσης, μια χαρά φώτισαν τον ουρανό. Και εγώ, αλήθεια σας το λέω, μια χαρά θα αισθανόμουν το δέος της Ανάστασης, αρκεί ο πάτερ να είχε λίγο, έστω λίγο, καλύτερη φωνή. Νομίζω το συγκεκριμένο «Χριστός Ανέστη» ήταν ό,τι , μα ό,τι, μα ό,τι χειρότερο έχω ακούσει ποτέ. Και δεν ήταν η χροιά της φωνής του που θύμιζε το πεινασμένο πρόβατο του country story, ούτε και οι κακόμοιροι ψάλτες που έντεχνα μεν, μάταια δε, προσπαθούσαν να καλύψουν την όλη παραφωνία. Ήταν ο συνδυασμός αυτών, με όλους εμάς τους υπόλοιπους να προσπαθούμε να ακολουθήσουμε ένα τόνο που πότε έφευγε προς τα όρη και τα βουνά και πότε προς το υπέδαφος. Ε ρε τι υπομένει κανείς για μια μαγειρίτσα, μια μαγειρίτσα που παρεπιπτόντως μόλις ένα τέταρτο μετά την Ανάσταση είχε ήδη, βουλιμικά μεν ευλαβικά δε, φαγωθεί.

Η Κυριακή του Πάσχα, ήταν μια πανέμορφη μέρα! Σχεδόν καλοκαιρινή. Πήρα την πρωτοβουλία να αναλάβω εξολοκλήρου την προετοιμασία του οβελία. Από το κάρφωμα ως το αλατοπιπέρωμα και από το ψήσιμο ως το κόψιμο και το φάγωμα (Ι wish). Και αν εξαιρέσεις τις λάμες σταθεροποίησης της μέσης  που σα να μου’φυγαν η μία στη Δύση και η άλλη στην Ανατολή, όλα πήγαν κατ’ευχήν. 10.07, το εννιάκιλο έδεσμα ήδη στριφογύριζε στην ανώτερη σκάλα της ψησταριάς και λίγο πριν τη 13.00 ήταν έτοιμο και κομμένο σε μερίδες στη μεγάλη λαμαρίνα. Αν και ελαφρώς ανάλατο (προς ιδιαίτερη ικανοποίηση της μάνας), ήταν πραγματικά λουκουμάκι, ειδικά όταν τρωγόταν με μπόλικο τζατζίκι και μουστάρδα. Το τραπέζι έληξε με το τσούγκρισμα του αυγού που όπως και το προηγούμενο βράδυ, με βρήκε από μπρος και από πίσω μέγα χαμένο.

Μία ώρα αργότερα κατά τις 14.30, λίγο το κρασάκι, λίγο το παραφουσκωμένο στομάχι και λίγο η πρωινή κόπωση της όλης προετοιμασίας αλληλεπίδρασαν προς την κοινή κατεύθυνση του ύπνου. Πολύ γουστάρω τον μεσημεριανό ύπνο στο Δήλεσι. Κοιμάμαι δύο ώρες και ξεκουράζομαι για οχτώ. Συνήθως δηλαδή. Βλέπετε τα διπλανά μούλικα αγοράκια είχαν μια κάπως διαφορετική άποψη. Τα δυναμιτάκια έπεφταν σύννεφο, σχεδόν κάθε λεπτό, και ο θόρυβος της έκρηξής τους είχε πολυάριθμες αλυσιδωτές συνέπειες. Σε πρώτη φάση, τρόμαζαν τα σκυλιά των απέναντι που αν και κυνηγόσκυλα, κάθε τέτοιο καιρό κλάνουν μέντες με τα μπαμ-μπουμ. Σχεδόν συγχρόνως ενεργοποιούσαν το συναγερμό του αυτοκινήτου μου, και τρίτον ακούγαμε κλάματα που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα αδερφάκια μούλικα κοριτσάκια που ήθελαν επίσης να πετάξουν δυναμιτάκια αλλά δεν τα άφηναν οι γονείς τους (ναι, ομολογώ, αυτό συνιστά ένα είδος φυλετικής διάκρισης). Το τελικό αποτέλεσμα λοιπόν ήταν το πολύτιμο, πολυπόθητο και απαραίτητο μεσημεράκι μου να συνοδεύεται υπό την ηχητική υπόκρουση του επαναλαμβανόμενου τετράπτυχου μπαμ-μπουμ, γαβ-γαβ, ίου-ίου, ουά-ουά εις τη νιοστή φορά. Το απόγευμα, γύρω στις 17.00, ήταν αναμενόμενο να με βρει να γελάω απ’τα νεύρα μου και να παρακαλάω το Θεό την επόμενη φορά που θα αναστήσει το Χριστό, για κάνα δίωρο το μεσημεράκι να αναστήσει και τον Ηρώδη μπας και κοιμηθούμε λίγο ρε αδερφέ.

Η Δευτέρα του Πάσχα ήταν μια σαφώς πιο ήρεμη μέρα. Αναίρεσα εντελώς τους προβληματισμούς περί ζωής στην πόλη. Τελικά είμαι άνθρωπος της Αθήνας που πότε-πότε του λείπει η ζωή στο χωριό και ΟΧΙ το αντίθετο. Γουστάρω τους τρελούς της ρυθμούς αρκεί να μπαίνω το απόγευμα στο πλήρως ηχομονωμένο σπιτάκι μου και να ξεχνάω τα πάντα. Και έτσι ακριβώς, φτάνοντας στη Santa Barbara και δημοσιεύοντας αυτή την εγγραφή-σεντόνι που δημιουργήθηκε κατά ώσεις, τελείωσε και το Πασχαλινό μου τριήμερο. Δεν ξέρω αν καταφέρατε να τη διαβάσετε όλη. Και αν δεν τα καταφέρατε, δεν πειράζει. Με καλή ή όχι χροιά, με τον σωστό ή όχι τόνο, με μπαμ-μπουμ δυναμιτάκια ή χωρίς, και στο χωριό ή την πόλη, η όλη ουσία τελικά είναι μόλις δύο λέξεις:  Χριστός Ανέστη!