Category Archives: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

ΕΛΠΙΔΑ

The concept of business growth .

Ένα Καλοκαίρι πριν περίπου τρία χρόνια, στην Κέρκυρα, διάβασα το «Εμείς οι θνητοί» (αγγλικά «Being mortal»). Πρόκειται για ένα βιβλίο του Ινδού Ατούλ Γκαουάντε ο οποίος ως γιατρός και ο ίδιος,  προσπάθησε στα οκτώ κεφάλαιά του να παραθέσει σκέψεις από βιώματα ασθενών του, αρχικά κάποιων από την τρίτη ηλικία με εξελισσόμενη άνοια, στη συνέχεια ορισμένων καρκινοπαθών τελικού σταδίου και στο τέλος, του ίδιου του πατέρα του που διαγνώστηκε με καρκίνο εγκεφάλου.

Στο πρώτο μέρος του, ο Γκαουάντε ξεκινά με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι με την εξέλιξη της ιατρικής, τη δυνατότητα θεραπείας κάποιων κάποτε ανίατων ασθενειών όπως η φυματίωση και την ανακάλυψη νέων φαρμάκων, ζούμε και καλύτερα και περισσότερο. Αυξήσαμε το προσδόκιμο επιβίωσης στα 80 έτη (78 για τους άντρες και 83 για τις γυναίκες), εντούτοις φέραμε στην επιφάνεια άλλες νόσους, ανίατες παθήσεις του μυαλού και του σώματος, κατάρες της φθοράς και του γήρατος  με κορωνίδα αυτών φυσικά την άνοια.

Πώς φροντίζουμε λοιπόν τους αγαπημένους μας που μπορεί μεν να ζουν περισσότερο όμως το πνεύμα και το σώμα συνεχίζει να γερνά; Ο Γκαουάντε περιγράφει τις μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων στην Αμερική και την ανικανότητα των περισσοτέρων τους να συντηρήσουν έναν γέροντα χωρίς να τον φυλακίσουν ή να τον ιδρυματοποιήσουν. Παρακολουθούμε τη ζωή συγκεκριμένων ασθενών μέσα στα γηροκομεία, τις παραξενιές τους, την ανάγκη τους για στοιχειώδη ανεξαρτησία, αλλά και την επιθυμία τους να μη γίνονται βάρος στα παιδιά τους. Μπαίνουμε στην ψυχολογία του ασθενή, του συγγενή αλλά και του ίδιου του γιατρού που βρίσκεται αντιμέτωπος με καταστάσεις που ποτέ δε διδάχτηκε ούτε στο πανεπιστήμιο ούτε στην ειδικότητα.

Στο δεύτερο μέρος του, βιώνουμε την αγωνία των καρκινοπαθών για τον επερχόμενο θάνατο, την ανάγκη για ανακουφιστική θεραπεία και το δίλημμα της άραγε έγκαιρης έναρξης αυτής, έναντι της  χ ή ψ νέας και ελπιδοφόρας φαρμακευτικής αγωγής που σκοπεύει στη δυνητική παράτασης μιας ζωής που σε μερικές περιπτώσεις μόνο ποιότητα δεν έχει. Διαβάζουμε για τη ικανότητα, ίσως και τη δυνατότητα που θα μπορούσε να έχει ο καρκινοπαθής να επιλέξει όχι μόνο τον τρόπο που θέλει να ζήσει αλλά και τον τρόπο που θέλει να πεθάνει καθώς και το νομικό πλαίσιο αυτού, με την ευθανασία, ενεργητική ή παθητική, να επιτρέπεται πια, υπό προϋποθέσεις σε όλο και περισσότερες χώρες.

Το βιβλίο αυτό, παρά τη βαριά θεματολογία του, με γοήτευσε αληθινά. Διάβαζα με τις ώρες για τη ζωή και το θάνατο συμπάσχοντας με τον συγγραφέα όταν στον επίλογο επέτρεπε στον πατέρα του να πεθάνει ήσυχα, δίπλα στην οικογένειά του χωρίς να λάβει μηχανική υποστήριξη ούτε άλλες επιθετικές θεραπείες. Στις σελίδες του συνάντησα όχι μόνο δικούς μου ασθενείς που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με είχαν σημαδέψει και σα γιατρό και σαν άνθρωπο (18 Μαΐου, Το δωματιο 303,  Η κυρία Μαρία, 101Μια ανάσα ακόμα, Ευθανασία) αλλά ποιος να το φανταζόταν, τον ίδιο μου πατέρα, όταν τρία χρόνια μετά βρέθηκε πρωταγωνιστής στην ίδια ακριβώς ιστορία να παλεύει με έναν επιθετικό καρκίνο ανθεκτικό στη χημειοθεραπεία.


Φυσικά και του δώρισα αυτό το βιβλίο, ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2017 όπου έγινε και η διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονα. Θυμάμαι το διάβασε μέσα σε δέκα ημέρες και όταν το τελείωσε με ανάγκασε να του υποσχεθώ δύο πράγματα α) ότι δε θα του έκρυβα ποτέ τίποτα και β) ότι εκείνος θα έπαιρνε τις κρίσιμες αποφάσεις. Και τώρα που το σκέφτομαι, ίσως γι αυτό και να γούρλωσε θυμωμένα τα μάτια του όταν αμέσως μετά το φιάσκο της χημειοθεραπείας του πρότεινα την εναλλακτική λύση της ανοσοθεραπείας.

«Εναλλακτικές; Μου υποσχέθηκες πως θα με αφήσεις να παίρνω εγώ τις αποφάσεις και δε θέλω καμία εναλλακτική. Φάρμακα του διαβόλου δεν ξαναβάζω εγώ στο σώμα μου. Τέλος». Ήξερα πως όταν ο μπαμπάς έλεγε τέλος, εννοούσε τέλος. Είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις του. «Εμείς οι θνητοί , Πέτρο, μην το ξεχνάς, εμείς οι θνητοί» έλεγε συνέχεια, ίσα για να μου θυμίσει την ιστορία του Γκαουάντε και του δικού του πατέρα.

Δε μπορούσα να σχολιάσω τίποτα. Ήμουν παγιδευμένος στις υποσχέσεις που του είχα δώσει. Προσπάθησα να του εξηγήσω πως αυτός δεν είναι ακόμα καρκινοπαθής τελικού σταδίου. Ο δικός του επίλογος θα αργούσε πολύ να έρθει. Για ποιο λόγο λοιπόν να μην εκμεταλλευόταν το χρόνο αυτό με μία θεραπεία που στο κάτω κάτω και πιο εύκολη είναι στη χορήγησή της και πολύ λιγότερες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχει; «Τι έχουμε να χάσουμε ρε μπαμπά; Το πολύ πολύ να μη γίνει τίποτα». Όχι!  Η απόλυτη άρνηση!

Δεν τον αδικούσα. Μόλις είχε βγει ηττημένος και εξαντλημένος από έναν αγώνα στον οποίο είχε επενδύσει τόσα πολλά. Και όταν κάποιος καίγεται φυσά και το γιαούρτι. Πώς θα μπορούσε ξανά να ελπίζει; Πώς θα άντεχε μια πιθανή δεύτερη αποτυχία; Αποφάσισα να του δώσω λίγο χώρο και χρόνο. Και εκ του αποτελέσματος, έπραξα πολύ καλά. Ίσως στο χρόνο αυτό να ανέλαβε το ένστικτο της επιβίωσης που άρχισε να του χτυπά το καμπανάκι. Ίσως πάλι απλά να μην ήθελε να με στεναχωρήσει. Δεν ξέρω και δε με ενδιαφέρει αλλά η ελπίδα τελικά ήρθε. Αν και κατακρεουργημένη από την αποτυχία της χημειοθεραπείας, εμφανίστηκε δειλά δειλά σαν ένα πράσινο φυλλαράκι πάνω στον ξερό κορμό, ένα φυλλαράκι μικρό μεν, ικανό δε να του αλλάξει γνώμη και ναι, να ξεκινήσει τελικά την ανοσοθεραπεία.

Θυμάμαι πολύ καλά την πρώτη ημέρα. Ήταν Τετάρτη 4 Απριλίου 2018 (Μεγάλη Τετάρτη) και εκείνος είχε αποκοιμηθεί στην κλίνη του δωματίου καθώς ελάμβανε σταγόνα σταγόνα το opdivo, το σκεύασμα της ανοσοθεραπείας. Εγώ καθόμουν δίπλα του ήσυχος, σαφώς συγκρατημένος μα καθόλου συγκροτημένος. Το ανάποδο θα έλεγα, μπερδεμένος. Και ήταν τότε που αποφάσισα να γράψω την ιστορία του πατέρα μου σε τούτο δω το blog. Μια ιστορία που ξεκίνησε με έναν πολύ άσχημο πρόλογο υπό τον τίτλο «εμείς οι θνητοί» (τι άλλο), συνεχίστηκε όμως με ένα κύριο θέμα που παρά τα κακά προγνωστικά της βιοψίας, ακόμα γράφεται.

Ναι, η ανοσοθεραπεία απέδωσε και με το παραπάνω. Σήμερα 31 Μαΐου 2018, ο πατέρας μου ζει. Ζει και βασιλεύει για την ακρίβεια! Έκοψε το τσιγάρο, βγαίνει βόλτα χέρι-χέρι με τη μάνα μου, μαγειρεύει, οδηγεί το corolla του, πηγαίνει στο Δήλεσι, φροντίζει τα γατάκια του και φυτεύει τα ζαρζαβατικά του. Φυσικά και δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει αυτή η ύφεση. Βδομάδες; Μήνες; Χρόνια; Ηλίθιος δεν είμαι. Αντιλαμβάνομαι ότι έχει ημερομηνία λήξης και έναν επίλογο πιθανώς σαν τον επίλογο του  Γκαουάντε. Μέχρι τότε όμως ο πατέρας μου ζει. Επαναλαμβάνω. Μέχρι τότε Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΖΕΙ. Ζει πανηγυρικά, είναι αισιόδοξος και γράφει τη δική του ιστορία στο δικό του κύριο θέμα, αποδεικνύοντας εξ ορισμού και αυταπάγγελτα ότι η ελπίδα, όντως πεθαίνει τελευταία.

Advertisements

ΚΑΛΕΣ ΚΑΙ ΚΑΚΕΣ ΜΕΡΕΣ

images

Πόσο εύκολο είναι να συμφιλιωθεί κανείς με το θάνατο όσο είναι ακόμα στη ζωή; Αν για παράδειγμα κάποιος σου ανακοινώσει ότι έχεις 90 ημέρες ζωής πόσο θα σου πάρει να δεχτείς αυτή την αντίστροφη μέτρηση και πώς θα περνάς την κάθε σου μέρα; Θα μπορέσεις ποτέ να σταματήσεις να σκέφτεσαι ότι αύριο θα έχεις 89 ημέρες ζωής και μεθαύριο 88; Θα μπορέσεις να συνεχίσεις να ζεις «φυσιολογικά» την καθημερινότητά σου ή μήπως κάθε μέρα που περνά θα κυριαρχείται από το μοιραίο της 90ής; Όλοι ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε κάποτε. Γενικώς και ασαφώς. Δεν θα είναι τώρα, δε θα είναι σε τρεις μήνες ούτε σε ένα χρόνο. Θα είναι κάποτε. Και με το κάποτε οι περισσότεροι μπορεί και να είμαστε δυνατοί και να διαλαλούμε ότι δε φοβόμαστε το θάνατο. Όταν όμως το κάποτε συγκεκριμενοποιηθεί στο πεπερασμένο 90, τα πράγματα αλλάζουν. Τι θα αισθανθείς τότε; Φόβο; Αδικία; Αδυναμία; Ανημποριά;

Ήταν τόσο αναμενόμενη η επόμενη ερώτηση του πατέρα μου. «Πόσο χρόνο έχω;». Φυσικά και δεν ήξερα να απαντήσω. Άλλωστε ήταν πολύ νωρίς να μιλήσουμε για χρόνους. Έπρεπε να οργανωθούμε και να κάνουμε ό,τι είναι ιατρικά και επιτακτικά πια απαραίτητο για να διασφαλίσουμε το ένα και μόνο ιερό ζητούμενο. Την ποιότητα Ζωής. Του άρεσε αυτό του πατέρα μου διότι το τελευταίο δίμηνο δεν περνούσε καλά. Το βασανιστικό του σύμπτωμα δεν ήταν η δύσπνοια, ο βήχας ή η αιμόπτυση (συμπτώματα που δε βίωσε ποτέ) αλλά η αφόρητη θωρακαλγία-οσφυαλγία λόγω της εντοπισμένης καρκινικής πάχυνσης του υπεζωκότα που πίεζε το σύστοιχο μεσοπλεύριο νεύρο. Ό,τι παυσίπονα και να έπαιρνε, όσα αντιφλεγμονώδη (ενέσιμα ή από του στόματος) και να του χορηγούσα ο πόνος ήταν παρών κάθε φορά που ξάπλωνε. Προσπαθούσε να βρει μία στάση να τον ανακουφίζει έστω και για λίγο. Υπήρχαν μέρες καλές που το κατάφερνε και μέρες κακές που ό,τι και να έκανε πονούσε. Κατέληγε να ξαπλώνει στο πάτωμα δεξιά πλάγια, σε εμβρυική στάση. Έτσι, ίσως και να κοιμόταν κάνα τρίωρο. Το υπόλοιπο βράδυ κυκλοφορούσε μόνος στο σπίτι, από το σαλόνι στο μπαλκόνι και από το μπαλκόνι στο σαλόνι, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, κάνοντας απόσβεση τις πιο σκοτεινές του σκέψεις στον αιωρούμενο καπνό. Ναι, ακόμα κάπνιζε. Πολύ. Γιατί όχι άλλωστε;

Για να έχουμε έναν κοινό και αντικειμενικό άξονα συνεννόησης του ζήτησα να βαθμολογεί τον πόνο από το μηδέν (καθόλου πόνος) ως το 10 (αφόρητος πόνος). Το 5 θα ήταν το όριο έντασης που θα μπορούσε να αντέξει. Γενικά στα τεσσάρια και τα πεντάρια δε με έπαιρνε τηλέφωνο για να μη με ανησυχήσει. Με ενημέρωνε το επόμενο πρωί. Αυτές ήταν  οι σχετικά καλές μέρες. Μερικές πάλι φορές, ευτυχώς όχι πολλές, βίωνε εξάρια και επτάρια. Αυτές ήταν οι κακές μέρες που δεν κοιμόταν καθόλου. Και από τις κακές αυτές μέρες, το μόνο που σήμερα θυμάμαι είναι ο πανικός. Ο πανικός που ήμουν ανήμπορος να τον βοηθήσω. Τρία πράγματα έπρεπε να γίνουν με κάθε θυσία και το γρηγορότερο δυνατόν: α) η έναρξη συνεδριών ακτινοβολίας στην περιοχή πίεσης του μεσοπλεύριου νεύρου, β) η λήψη βιοψίας και γ) η έναρξη χήμειο- ή άνοσοθεραπείας.

Εξήγησα τα πάντα στον πατέρα μου. Ο πόνος τον έκανε ανυπόμονο για την έναρξη οποιασδήποτε θεραπείας. Είπε σε όλα ναι. Έτσι, 20 Σεπτεμβρίου 2017 ξεκινήσαμε ακτινοβολίες. Προγραμματίστηκαν να γίνουν 16 συνολικά συνεδρίες, μία την ημέρα, καθημερινά, από Δευτέρα ως Παρασκευή. Πάντα έφευγα 1-2 ώρες νωρίτερα από τη δουλειά και τον πήγαινα με το αυτοκίνητο. Ήθελα να τον πηγαίνω εγώ. Στη διαδρομή πιάναμε την κουβέντα για όλα. Για μένα, για εκείνον, για τη νόσο του, για τον πόνο του, για τη μάνα μου, για τον αδερφό μου, για τους συγγενείς του. Λέγαμε και τις μπούρδες μας, τι έγινε στο Survivor, στο Masterchef ή σε κάτι τούρκικες σειρές που έβλεπε με τη μάνα μου και που ανάθεμα και αν θυμάμαι τον τίτλο τους τώρα. Οι ρόλοι μου εναλάσσονταν από ώρα σε ώρα. Προσπαθούσα να καταλάβω τι είχε ανάγκη να ακούσει. Πότε του μιλούσα σα γιατρός και πότε σα γιος. Μας έκαναν απίστευτο καλό αυτές οι κουβέντες. Εγώ δυνάμωνα όλο και περισσότερο και αν και δεν κατάφερα να συμφιλιωθώ με την ιδέα του θανάτου, δεν ξαναέκλαψα ποτέ μπροστά του. Ο πατέρας βλέποντας εμένα δυνατό, χαλάρωνε και άρχιζε επιτέλους να ανοίγεται και  να μοιράζεται τους πιο κρυφούς του φόβους και ανησυχίες κάνοντας το «μαζί» πια πράξη.

Ευτυχώς μετά την πέμπτη συνεδρία ακτινοβολίας ο πόνος ελαττώθηκε εντυπωσιακά. Ο πατέρας μου μπορούσε να κοιμηθεί πια στο κρεβάτι με ελάχιστα παυσίπονα. Η ποιότητα Ζωής του είχε επανέλθει. Και αν καμιά φορά δεν κοιμόταν ήταν λόγω αγωνίας για το τι θα του επιφύλασσε η επόμενη ημέρα. Θα ήταν άραγε μία καλή ή μία κακή ημέρα; Έτσι ειχαμε συμφωνήσει. Να μη σκεφτόμαστε ποτέ τον επόμενο μήνα ή την επόμενη εβδομάδα. Μόνο την επόμενη μέρα. Να αντιμετωπίζουμε το θηρίο με μικρούς βηματισμούς και εφικτούς στόχους. Και ο πρώτος στόχος, η ύφεση του πόνου, είχε κιόλας κατακτηθεί.

Ο δεύτερος στόχος ήταν φυσικά η βιοψία. Η βιοψία σε έναν καρκινοπαθή καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το ιδανικό πλάνο θεραπείας που πρέπει να ακολουθήσει και δυστυχώς ή ευτυχώς δίνει και μια πρώτη αδρή προσέγγιση του χρόνου επιβίωσης. Η πρώτη προσπάθεια βιοψίας του πατέρα μου υπό αξονικό τομογράφο εννοείται πως απέτυχε παταγωδώς χαρίζοντάς του έναν ωραιότατο πνευμοθώρακα. Η δεύτερη όμως έδωσε τελικά τον πολυπόθητο ιστό στο παθολογοανατομικό εργαστήριο οπότε λίγες μέρες μετά, 25 Σεπτεμβρίου 2017, χρώσεις, ανοσοϊστοχημείες και γονιδιακές εξετάσεις αποφάνθηκαν πως αυτό που έμελε να σκοτώσει τον πατέρα μου είχε τίτλο και ονομασία προέλευσης «μη μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα, πλακώδης, χαμηλής διαφοροποίησης με PDL1: 3%». Η διαφοροποίηση δε, ήταν τόσο χαμηλή που αρχικά ο παθαλογοανατόμος δεν μπορούσε να αναγνωρίσει καν την πνευμονική προέλευση των κυττάρων. Για τους μη γνώστες, στην ιατρική χαμηλή διαφοροποίηση σημαίνει υψηλή επιθετικότητα. Και υψηλή επιθετικότητα σημαίνει … σημαίνει πολύ απλά ότι μας περίμενε μεγάλος αγώνας. Ο μπαμπάς ενημερώθηκε ότι το θεριό είναι πολύ πιο ζόρικο απ΄όσο περιμέναμε και ελπίζαμε. Ενημερώθηκε ότι θα ξεκινήσουμε άμεσα χημειοθεραπείες και ότι ίσως κάποια στιγμή βιώσει ανεπιθύμητες ενέργειες που θα μπορούσαν να του στοιχίσουν σε ποιότητα ζωής.

«Έχουμε αγώνα μπροστά μας μπαμπά»
«Φυσικά και έχουμε αγώνα. Αύριο. Πάμε να πιούμε κάνα καφέ τώρα;»

Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

370x208_lungteaser

Η ανακοίνωση σε έναν ασθενή ότι έχει καρκίνο δεν είναι εύκολη υπόθεση. Εξατομικεύεται προφανώς από πολλούς παράγοντες όπως την ηλικία του, τη μόρφωση, τη διαύγεια πνεύματος και φυσικά το χαρακτήρα του. Ο πατέρας μου είναι 72 ετών με καλό επίπεδο μόρφωσης, χωρίς άνοια. Είναι ένας περήφανος άνθρωπος με δυνατό χαρακτήρα που το μόνο που ήξερε από νέος ήταν να δουλεύει καθημερινά και με υπερωρίες ως μηχανουργός στην ΕΛΣΑ για να συντηρήσει την οικογένειά του. Ακόμα και μετά τη συναξιοδότησή του εξακολουθούσε να είναι αρκετά δραστήριος. Είτε θα έβαφε το σπίτι, είτε θα φύτευε ντοματιές και αγγουριές στο εξοχικό μας στο Δήλεσι, είτε θα ψάρευε, είτε θα μαγείρευε, με κάθε τρόπο έδειχνε τον ισχυρό και οργανωτικό του ρόλο στην οικογένεια. Δε θα μπορούσα να του κρύψω τίποτα. Δεν ήθελα κιόλας.

Μπήκα στο σπίτι. Ο πατέρας είχε ήδη γυρίσει απ´το Δήλεσι όπου είχε παραμείνει μόνος για 24 ώρες λόγω της ακτινοβολίας του PET-CT. Καθήσαμε να φάμε σα να μη συμβαίνει τίποτα και όταν η μητέρα μου και ο αδερφός μου πήγαν να ξαπλώσουν παραμείναμε μόνοι στην κουζίνα. Με κοίταξε στα μάτια και ρώτησε κατευθείαν: «Έχω το κακό Πέτρο; Έχω καρκίνο;». Δεν ήθελα να απαντήσω «ναι, έχεις καρκίνο». Μου ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Ήθελα κάπως να χρυσώσω το χάπι, έστω στην αρχή, σε μια προσπάθεια μου να μη στεναχωρεθεί, μην απογοητευτεί και το κυριότερο να μη μου αρνηθεί τον περαιτέρω έλεγχο που έπρεπε να γίνει. Είχα πάρει και έναν άτλαντα ανατομίας μαζί για να του εξηγήσω τι σημαίνει υπεζωκότας, να του δείξω ακριβώς που είναι η οζώδης βλάβη και με ποιο τρόπο πιεζόταν το δέκατο μεσοπλεύριο νεύρο που του προκαλούσε τον πόνο.

«Δεν ξέρω μπαμπά, είναι πιθανό να έχεις καρκίνο αλλά δε μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν δεν κάνουμε βιοψία πρώτα». Ξεκίνησα να του αναλύω σε ποιο σημείο θα επιχειρήσουμε να πάρουμε βιοψία, όμως ο πατέρας μου τελικά δεν ενδιαφερόταν και πολύ για τις ιατρικές λεπτομέρειες. Μπορεί και να τον ενοχλούσαν. Ήταν προφανές πως εκείνη τη στιγμή με ήθελε σαν γιο και όχι σα γιατρό. Μου έπιασε το χέρι λέγοντας «ρε χαζέ, μην ανησυχείς, ό,τι και να είναι, ο πατέρας σου είναι αρκούδι, μην κολλάς. Απλά θέλω να μου υποσχεθείς πως θα έχω τις επιλογές μου. Δε θέλω να μου κρύψεις τίποτα όσο κακό και αν είναι ε;». Μου άρεσαν πολύ αυτά τα πρώτα λόγια του.

Φυσικά και κατάλαβε πως έχει καρκίνο όμως επέλεξε να είναι αισιόδοξος. Και το ίδιο έπρεπε να κάνω και εγω. Να φανώ ήρεμος, ψύχραιμος και δυνατός είτε αυτό γινόταν με την ιδιότητα του γιατρού, είτε με την ιδιότητα του υιού. Δυστυχώς όμως όσο και να το προετοίμαζα από την προηγούμενη ημέρα, δεν τα κατάφερα. Ενώ τον έβλεπα μπροστά μου αισιόδοξο, το ηλίθιο μυαλό μου άρχισε να κατεβάζει δεκάδες εφιαλτικές εικόνες που έδειχναν ένα Δήλεσι εγκαταλελειμμένο, ετοιμόρροπο, με ξεραμένες ντοματιές και αγγουριές, ένα toyota corolla αραγμένο και σκονισμένο στο πάρκινγκ και έναν μπαμπά, απισχνασμένο, καταβεβλημένο με παρεντερική σίτιση και μάσκα οξυγόνου να αποδεικνύει με τον πιο βάρβαρο και ξεκάθαρο τρόπο ότι ο καρκίνος σκοτώνει.

Δεν του αποκάλυψα ποτέ αυτές τις εικόνες. Ούτε πρόκειται. Ήταν και είναι οι δικοί μου φόβοι. Χαμήλωσα το βλέμμα μου και  έβαλα τα κλάματα. Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου πως σε αυτή τη μάχη η αισιοδοξία είναι μέγα όπλο και με αυτό το όπλο ο καρκίνος μπορεί μεν να σκοτώνει αλλά όχι πάντα. Οι εικόνες όμως συνέχισαν να έρχονται ασταμάτητα. «Ααα δε θέλω τέτοια» μου είπε ο μπαμπάς και έκλεισε την πόρτα της κουζίνας μην ακούσει κάτι η μάνα μου. «Θα το παλέψουμε μαζί. Γιο γιατρό έχω και δε φοβάμαι τίποτα». Σήκωσα το κεφάλι μου και τον κοίταξα. Χαμογελούσε. Ήταν φοβερό. Εγώ έκλαιγα και ο μπαμπάς χαμογελούσε. Και κάπως έτσι ο αγώνας μας ξεκίνησε. Μαζί.

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΘΝΗΤΟΙ

0*VWU8mj_rXlj9pQaW

Ήθελα πολύ καιρό, σχεδόν έξι μήνες, να γράψω τις σκέψεις μου. Όχι να τις μοιραστώ. Μόνο να τις γράψω. Και μετά να τις διαβάσω. Και να τις ξαναδιαβάσω. Και μετά να προσπαθήσω να τις διορθώσω, να τις αλλάξω σειρά, να τις οργανώσω σε μια προσπάθεια να οργανωθώ και εγώ ο ίδιος. Δεν τα κατάφερα. Η δουλειά πολλή. Η κούραση περισσότερη. Ή απλά το απέφευγα. Δεν ξέρω.

Σήμερα, Μεγάλη Τετάρτη, αποφάσισα να το κάνω. Ή τουλάχιστον να το προσπαθήσω. Είναι 14:15, κάθομαι στο δωμάτιο 9 του oneday clinic στο νοσοκομείο Μητέρα. Πληκτρολογώ στο ipad. Οι σκέψεις είναι δυσάρεστες, τολμώ να πω επώδυνες. Εντούτοις γράφω ήρεμα.  Δίπλα βρίσκεται ξαπλωμένος ο πατέρας μου. Κοιμάται γαλήνια όσο πέφτει ενδοφλέβια το φάρμακο. Opdivo. Θα μπορούσε να λέγεται και ελπίδα.

Πριν επτά μήνες ο πατέρας μου διαγνώστηκε με καρκίνο του πνεύμονα. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα για έναν γιατρό. Να βάζει μια τέτοια διάγνωση σε ένα τόσο κοντινό του άνθρωπο. Παραπονιόταν για ένα πόνο στο δεξί υποχόνδριο και λίγο στην πλάτη. Δύο μήνες τον ταλαιπωρούσε αλλά έπαιρνε αναλγητικά και δεν μου έλεγε τίποτα. Αποφάσισε να μου το πει αρχές Σεπτεμβρίου όταν τα παυσίπονα δε βοηθούσαν.  «Η χολή σου θα είναι πατέρα, έλα στο νοσοκοκομείο να σου κάνω εξετάσεις». Η χολή δεν ήταν. Ο υπέρηχος άνω κάτω κοιλίας ήταν φυσιολογικός. Η ακτινογραφία θώρακος όμως όχι. Με το που εκτυπώθηκε, στάθηκα μπροστά στο διαφανοσκόπιο και την κοιτούσα. Κοιτούσα ξανά το όνομα. Μπας και ήταν άλλου. Όχι. Ήταν του πατέρα μου. Και κάπως έτσι, 13 Σεπτεμβρίου 2017, ξεκίνησαν όλα, με εμένα χλωμό και κάθιδρο να παρατηρώ μια νομισματοειδή σκίαση στον δεξιό πνεύμονα του πατέρα μου.

Τα χαστούκια έρχονταν απανωτά. Κάθε μέρα επιφύλασσε και κάτι διαφορετικό. Το επόμενο βήμα ήταν οι αξονικές τομογραφίες. Επιβεβαίωσαν ότι η νοσμισματοειδης σκίαση ανήκει στον κάτω λοβό του δεξιού πνεύμονα σε γειτνίαση με τον υπεζωκότα. Ευτυχώς δε διαπιστώθηκαν μεταστάσεις σε άλλα όργανα. Εγκέφαλος, κοιλία και οστά ήταν καθαρά. Αμέσως άρχισα να επεξεργάζομαι πιθανά σενάρια στο μυαλό μου. Άρχισα να ελπίζω. Μήπως το προλάβαμε; Μήπως είμαστε μόλις στο πρώτο στάδιο; Μια λοβεκτομή και ίαση. Ευκολάκι; Όχι.

Δύο μέρες μετά ακολούθησε το PET-CT, η τεχνολογία σε όλο της το μεγαλείο και συνάμα η εξέταση εκλογής στην περίπτωση του πατέρα μου. Χρησιμοποιώντας τη γενική παραδοχή ότι τα καρκινικά κύτταρα έχουν ταχύτερο μεταβολισμό από τα φυσιολογικά, έχει τη δυνατότητα-ικανότητα να αποκαλύπτει καρκινικές εστίες-μεταστάσεις που δε φαίνονται στην απλή αξονική τομογραφία. Ο πατέρας μου μετά την εξέταση πήγε Δήλεσι διότι λόγω ακτινοβολίας, έπρεπε να παραμείνει για περίπου 24 ώρες μόνος του. Εγώ πήγα στη μάνα μου και τον αδερφό μου οι οποίοι δε γνώριζαν τίποτα. Είχε ευαισθητοποιηθεί η συνάδελφος ακτινολόγος να με ενημερώσει άμεσα με τα πρώτα αποτελέσματα. Και έτσι έγινε.

Παίζει να ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου. Η συνάδελφος ήταν απίστευτα ευγενική όμως τα λόγια της τσάκιζαν. Εκτός από τη βασική νομισματοειδή σκίαση διαμέτρου δύο περίπου εκατοστών, υπήρχαν παχύνσεις του υπεζωκότα, αρκετά μικρά οζίδια διάσπαρτα στο πνευμονικό παρέγχυμα και δύο έντονα ύποπτοι λεμφαδένες στο μεσοθωράκιο. Συνέχεια άκουγα την έκφραση «υπερμεταβολική εστία εδώ» «υπερμεταβολική εστία εκεί». Ήθελα να της πω «σκάσε» αλλά έπρεπε να το ακούσω μέχρι το τέλος. Και το τέλος ήταν και το χειρότερο. Μία από τις παχύνσεις του υπεζωκότα ερχόταν σε επαφή με τον δέκατο θωρακικό σπόνδυλο. Ήταν αρκετά μεγάλη και ουσιαστικά εισχωρούσε μέσα στο μεσοσπονδύλιο τρήμα  πίεζοντας το σύστοιχο μεσοπλεύριο νεύρο. Το μυστήριο λύθηκε. Αυτό εξηγούσε τον πόνο στην πλάτη αλλά και την ζωστηροειδή του επέκταση στο δεξί υποχόνδριο.

Κλείνοντας το τηλέφωνο με έπιασαν τα κλάματα. Η μάνα μου σάστισε. Κάθησε δίπλα μου και άρχισε να μου χαϊδεύει την πλάτη. Με ρωτούσε τι έχω. Παρά την άνοιά της άρχισε να κάνει συνειρμούς. Γιατί ο μπαμπάς πήγε μόνος του Δηλεσι; Είναι καλά; Καλή η ερώτηση σκέφτηκα. Είναι καλά; Τι θα του πω όταν με πάρει τηλέφωνο; Πώς θα το ανακοινώσω; Πώς θα τον στηρίξω; Τι να απαντήσω στη μάνα μου; Χρειαζόμουν ο ίδιος χρόνο. Χρόνο καταρχήν να θρηνήσω και να πλαντάξω. Χρόνο να δεχτώ και να αποδεχτώ. Και το κυριότερο, χρόνο για να δυναμώσω, μπας και καταφέρω και αντιμετωπίσω τη σκληρή αλήθεια που μόλις έμαθα. Ότι ο πατέρας μου έχει καρκίνο του πνεύμονα. Χωρίς καμία πιθανότητα ίασης.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια φορά και έναν καιρό, πριν πολλά χρόνια ζούσε μια φτωχή οικογένεια σε ένα χωριουδάκι της Αιτωλοακαρνανίας. Πέντε παιδιά είχαν, τρία αγόρια και δύο κορίτσια. Τη Γιάννα, τη Δημητρούλα, τον Κώστα, το Σάκη και το Στέλιο. Οι καιροί τότε ήταν πολύ δύσκολοι. Η μαμά τους δούλευε συνέχεια για ένα πιάτο φαί και ο μπαμπάς τους, δεν έχω να σας πω και πολλά για τον παππού μου διότι δεν τον γνώρισα ποτέ. Η οικογένεια αποφάσισε κάπου μέσα στο 1970 να κυνηγήσει το όνειρο στη μεγάλη Αθήνα. Για τα επόμενα λοιπόν χρόνια, μια καλύβα σε ένα χωράφι κάπου στην τωρινή Κηπούπολη, στέγασε με ζεστασιά και θαλπωρή την επταμελή οικογένεια. Τότε όρεξη για δουλειά να είχες και σε έπαιρναν. Τα αγόρια λοιπόν κατάφεραν να χωθούν σε ένα εργοστάσιο, την Ε.Λ.Σ.Α, δίπλα στον κάποτε Κεράνη, τα δε κορίτσια λίγο αργότερα παντρεύτηκαν.

Μια φορά και έναν καιρό, πριν πολλά χρόνια ζούσε και μια άλλη φτωχή οικογένεια σε ένα χωριουδάκι της Λακωνίας, κοντά στο Γύθειο. Τρία παιδιά είχαν, δύο αγόρια και ένα κορίτσι. Το Γιάννη, το Γιώργο και την Αλεξάνδρα. Ήταν άνθρωποι που ζούσαν δουλεύοντας στα κτήματα των πλουσίων. Βραστή πατάτα και ζαρζαβατικά ήταν το καθημερινό τους πιάτο και άντε και κάνα κοτόπουλο ψητό το Πάσχα. Ο ένας από αυτούς, ο Γιώργος κατάφερε με την πίεση της μάνας του να βγάλει το εξατάξιο τότε δημοτικό. Ο Γιάννης και η Αλεξάνδρα όμως το παράτησαν στην Πέμπτη τάξη. Κάποια στιγμή ο πατέρας τους απεβίωσε και μετά από κάμποση σκέψη αποφάσισαν να μετακομίσουν και οι τρεις με τη μάνα τους στην Αθήνα. Ζούσαν σε μια πολυκατοικία στη Νίκαια. Η Αλεξάνδρα έπιασε δουλειά ως εργάτρια στην Ε.Λ.Σ.Α. Εκεί γνώρισε τον Κώστα της πρώτης οικογένειας. Ερωτεύθηκαν και παντρεύτηκαν και απέκτησαν δύο παιδιά. Τον Πέτρο και το Μιχάλη, εμένα και τον αδερφό μου.

Τα χρόνια περνούσαν. Όλα τα ξαδερφάκια μαζευόμασταν στις γιορτές και τσιρίζαμε απ’τη χαρά μας. Κυνηγητό, κρυφτό, πατητό. Τα χρόνια της νιότης. Πόσα είμασταν Θεέ μου. Καμιά δεκαριά θαρρώ. Το μόνο μελανό σημείο στην όλη υπόθεση ήταν ο αδερφός μου ο Μιχάλης. Ο Μιχάλης δεν είναι σαν και εμάς. Είναι διαφορετικός. Είναι άτομο με διαφορετικές ανάγκες, άτομο που χρήζει διαφορετικής περιποίησης, άτομο με μια ειδική εγκεφαλοπάθεια που του προσδίδει αυτιστικόμορφη και ενίοτε επιθετική συμπεριφορά. Αυτό στο πέρασμα των χρόνων απομόνωσε κατά κάποιο τρόπο την οικογένεια και περιόρισε τις κοινωνικές συνευρέσεις με τους υπόλοιπους. Οι γονείς μου ήταν πολύ λυπημένοι. Όμως δέχτηκαν τον Μιχάλη όπως είναι, τον αγκάλιασαν, τον αγάπησαν δυνατά και του προσέφεραν όλη τη βοήθεια που θα μπορούσε να έχει. Ήταν και θα είναι πάντα δίπλα του, μέχρι τέλους.

Τα χρόνια συνέχισαν να περνούν. Σήμερα πια όλο το συγγενολόι έχει διαλυθεί. Ο ένας αδερφός της μάνας μου, απεβίωσε πριν μερικά χρόνια από εγκεφαλικό επεισόδιο. Με τον άλλο της αδερφό βρίσκονται στα μαχαίρια λόγω κτηματικών διαφορών για το πατρικό στο Γύθειο. Από τη δε μεριά του πατέρα μου τα πράματα είναι χειρότερα. Η μία αδερφή δε μιλά με την άλλη λόγω κτηματικών διαφορών για το πατρικό στην Κηπούπολη. Μπάχαλο.

Τις προάλλες είχαμε το τριών χρόνων μνημόσυνο της γιαγιάς. Η ατμόσφαιρα ψυχρή. Μερικά από τα παιδιά της έλειπαν. Και αναρωτιέμαι πόσο γουρούνι θα μπορούσε να είναι κανείς ώστε να μη παρευρεθεί στο μνημόσυνο της μάνας του. Και οι ματιές χαμηλές και άβολες και εμείς τα ξαδέρφια, ούτε άσπρο, ούτε μαύρο, απλά αδιάφορα, αμέτοχα. Και ο μοναδικός που ξέφυγε απ’το κλίμα ήταν ο 36χρονος πια αδερφός μου, ο Μιχάλης που περιφερόταν χαμένος στον εαυτό του και στον κόσμο του. Και όταν ξυπνούσε στο «σοφό» κόσμο των μεγάλων ρωτούσε  «θείε γιατί δε μιλάς;» και απάντηση δεν ελάμβανε. Και τον μάλλωνε η μάνα μου που ρωτούσε έτσι αδιάκριτα, όμως εκείνος συνέχιζε παρακαλώντας κάποιος να του δώσει σημασία. Και ο Μιχάλης δεν καταλάβαινε. Και δε θα καταλάβει ποτέ. Διότι έχουμε κάνει τον κόσμο μας μίζερο, πολύπλοκο, ύπουλο και πονηρό. Και χαλάσαμε τις καρδιές μας και ξεχάσαμε τις ρίζες μας, για οικοδομικά τετράγωνα, κτίσματα και κληρονομιές. Και δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι όλα εδώ θα μείνουν. Εμείς θα φύγουμε. Αλλά μέχρι να φύγουμε θα είμαστε με κρεμασμένα μούτρα και μαυρισμένες ψυχές και με έναν Μιχάλη να προσπαθεί άθελά του να μας θυμίσει πως η ουσία τελικά είναι μακράν αλλού…

 

Ο ΣΚΟΝΙΣΜΕΝΟΣ MΟΥ ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Η γλυκειά ζάλη από το ούζο και συνάμα  η βαρυστομαχιά απ’τα δεκάδες Σαρακοστιανά, με έχουν φέρει σε μια νιρβάνα διάθεση που πραγματικά ακόμα δεν έχω αποφασίσει αν μου αρέσει ή με χαλάει. Είναι εκείνη η περίεργη φάση που όλη σου η ζωή, μοιρασμένη σε ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές περνά παρέλαση μπροστά σου περιμένοντας να της δώσεις ένα feedback ικανοποίησης ή απόρριψης. Στο βάθος, ακούγoνται οι ήχοι του Carter Burwell απ’το soundtrack  της ταινίας «In Bruges» που είχα δει πέρσι σε κάποιο καλοκαιρινό σινεμά. Μια περίεργη μίξη από κάντρυ τραγούδια εναλλασσόμενα με πιανίστικες μελωδίες να μου γαργαλάνε το αυτί και να συμπληρώνουν μοναδικά τη ναρκωτική μου διάθεση.

Φέτος δεν πετάξαμε χαρταετό. Και αν θυμάμαι καλά είναι η πρώτη φορά που κατά περίεργο τρόπο δεν τηρήσαμε το κλασικό αυτό έθιμο. Ανέκαθεν μου άρεσε η ετοιμασία του αετού και το ακόλουθο πέταγμά του ψηλά, όλο και πιο ψηλά. Σας το έχω περιγράψει και σε περσινή ανάλογη εγγραφή. Τα σωστά ζύγια, το σωστό μάκρος και πάχος της ουράς και φυσικά ο σωστός σκελετός είναι αποτέλεσμα οικογενειακής ζύμωσης πολλών ετών. Είναι από εκείνες τις αναμνήσεις που δε θέλω να ξεχάσω ποτέ. Δε θέλω να ξεχάσω τον πατέρα μου να καρφώνει συμμετρικά τα ξύλα του σκελετού και εμένα να σκίζω λουρίδες από εφημερίδες για να φτιάξω τις φούντες της ουράς. Δε θέλω να ξεχάσω τις ατέλειωτες ώρες που κρατούσα τον σπάγγο με προσοχή να μη μπερδευτεί, ακόμα και αν ξεφλούδιζαν τα χέρια μου απ’την τριβή. Δε θέλω να ξεχάσω την απίστευτη χαρά μου όταν με τις μανούβρες που έκανα ο αετός μας έφτανε πιο ψηλά από όλους. Δε θέλω να ξεχάσω τη μυρωδιά της τραγανής λαγάνας, τα τηγανητά καλαμαράκια και το ξυδάτο χταπόδι, αλλά ούτε και τη γκρίνια της μάνας μου όταν ανακάλυπτε πως ο μπακαλιάρος δεν ξαλμυρίστηκε ικανοποιητικά.

Όμως τα σημάδια του χρόνου φέτος ήταν πολύ έντονα. Θες ένα μικροπροβληματάκι υγείας της μάνας; Θες η κούραση της δουλειάς που σε ρίχνει στο κρεββάτι; Θες απλά η βαριεστημάρα; Ή μήπως τελικά πολύ απλά μεγάλωσα; Δεν ξέρω και ανησυχώ. Το σίγουρο είναι ένα. Ο χαρταετός μου σήμερα δεν πέταξε ψηλά και περήφανα. Έμεινε κλεισμένος και σκονισμένος στο υπόγειο, δίπλα στην κούτα με τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια, πάνω στην παλιά σόμπα. Και όσο περισσότερο σκονίζεται και μουχλιάζει, τόσο περισσότερο θαμπώνουν οι αναμνήσεις που κουβαλούσε και τόσο περισσότερο φοβάμαι πως θα ξεχάσω τα παιδικά μου χρόνια, εκείνες τις ανεκτίμητες στιγμές της νιότης που το μοναδικό μου μέλημα ήταν δύο ζύγια και μια ουρά.

ΣΥΓΝΩΜΗ ΜΑΜΑ

Ακόμα και αν δε φταίω σε τίποτα, αισθάνομαι πως μετά από το μεσημεριανό καβγά θα πρέπει να τους ζητήσω συγνώμη. Καλά να πάθω όμως. Τι ξεκινώ με γονείς τέτοιες συζητήσεις αφού πάντα καταλήγουν σε αδιέξοδο; Το ξέρω, δεν δύνανται να αντιληφθούν τον τρόπο σκέψης μου και δε μπορώ με τίποτα να υιοθετήσω τον δικό τους. Καλά μη φανταστείτε καμιά σοβαρή αιτία καβγά, ξέρετε οι κλασσικές συγγενικές διαφορές μεταξύ μεγάλων που πρέπει ως σωστά και υπεύθυνα μέλη της οικογένειας να ασπαστούμε  και τα τέκνα. Και ως συνήθως εν βρασμώ ψυχής ξεστομίζω λόγια που τελικά μετανιώνω.

Μερικές φορές τα όρια μεταξύ σεβασμού στους γονείς και ατομικής μας ανεξαρτησίας είναι πολύ συγκεχυμένα. Μερικοί το αποκαλούν χάσμα γενεών. Οι γονείς θα πρέπει να καταλάβουν πως «μεγαλώνω» ένα παιδί δε σημαίνει ούτε «επιβάλλω» ούτε «δημαγωγώ». Οφείλουν να το γαλουχήσουν με συγκεκριμένες αξίες και να το εξοπλίσουν με ισχυρά όπλα και ιδανικά ώστε να ανταπεξέλθει στη σύγχρονη κοινωνία. Όμως η υποχρέωσή τους τελειώνει  όταν ο νέος (ενήλικας πια) αρχίσει να «κολυμπά». Οι γονείς δεν πρέπει να επεμβαίνουν στην προσωπική ή οικογενειακή ζωή του αλλά να αναγνωρίζουν τα όρια που εμμέσως πλην σαφώς τους θέτονται. Οι γονείς πρέπει να στέκονται διακριτικά, να συμβουλεύουν, να προτείνουν, να κατανοούν, να βοηθούν όπου χρειάζεται.

Όμως μανούλα μου, θα σου ζητήσω πάλι συγνώμη για τα μεσημεριανά και τις μπούρδες που ξεστόμισα. Και αυτό γιατί είμαι σίγουρος πως, αν και είμαι γαϊδούρι 34 χρονών, αυτόβουλο και ανεξάρτητο, δεν έχεις ακόμα αντιληφθεί πως ΚΑΙ σε λογαριάζω, ΚΑΙ σε χρειάζομαι, ΚΑΙ σε αγαπώ.