Tag Archives: ψυχανάλυση

101

f9af6d883e28c0cb5d18798f3aeea211

Η κυρία Π ήταν 100 ετών και εκτός από μία ήπια υπέρταση και μία ήπια νεφρική ανεπάρκεια, κρατιόταν για την ηλικία της πολύ καλά. Ζούσε περιτριγυρισμένη από παιδιά και εγγόνια που πολύ τη φρόντιζαν και την αγαπούσαν. Περιπατητική και κοτσωνάτη στο σπίτι, το μόνο που πρόδιδε μερικές φορές την ηλικία της ήταν η άνοια. Άλλες φορές σατίριζε και σχολίαζε τα πάντα και άλλες φορές χανόταν στους λαβυρίνθους του μυαλού της και δεν αναγνώριζε ούτε τα παιδιά της.

Η κυρία Π πριν ένα μήνα σκόνταψε στο σκαλί του σπιτιού και έσπασε το αριστερό της ισχίο. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο μας και υποβλήθηκε επειγόντως σε ολική αρθροπλαστική. Ήταν μία δύσκολη και χρονοβόρα επέμβαση από την οποία εξήλθε με 21 αιματοκρίτη. Παρολαυτά, όταν συνήλθε από την αναισθησία, η γιαγιά κατέπληξε τους πάντες με τη διαύγεια πνεύματος και την απίστευτη θέληση της για ζωή. Εγώ θα ζήσω διαλαλούσε στην εγγόνα της και γελούσε.

Τα προβλήματα ξεκίνησαν περί τη δεύτερη μετεγχειρητική μέρα όταν η ήπια νεφρική ανεπάρκεια άρχισε να επιδεινώνεται. Λίγο το διεγχειρητικό stress, λίγο η πτώση του αιματοκρίτη και της πίεσης, προφανώς ζόρισαν τα νεφρά. Και κάπου εδώ κλήθηκα εγώ ως παθολόγος, καθώς και ένας νεφρολόγος για μία από κοινού θεραπευτική παρέμβαση.

Πίστευα πως ο νεφρολόγος θα πρότεινε κατευθείαν αιμοκάθαρση μπας και δοθεί κάποιος χρόνος στα νεφρά να ανακάμψουν. Το έχω ξαναζήσει άλλωστε το σενάριο αυτό και συνήθως μετά από 3-4 συνεδρίες η νεφρική λειτουργία αποκαθίσταται. Εντούτοις και προς μεγάλη μου έκπληξη θα έλεγα, ο συνάδελφος στηριζόμενος κυρίως στην ηλικία της ασθενούς, έδωσε πολύ μικρό ποσοστό επιβίωσης (γύρω στο 10%) κατά την αιμοκάθαρση, προδικάζοντας φυσικά την άρνηση των  συγγενών να υποβληθεί η γιαγιά σε οποιαδήποτε τέτοια συνεδρία. Εγώ πάλι θεωρούσα πως μια τέτοια συνεδρία ήταν και η μοναδική ελπίδα της γιαγιάς να ζήσει και έπρεπε να εξαντλήσουμε ακόμα και αυτό το μικρό 10%!

Τις επόμενες δεκαπέντε ημέρες βίωσα το απόλυτο δράμα. Να προσπαθώ μάταια να καταφέρω το θαύμα με όλους τους τρόπους πλην της αιμοκάθαρσης, όμως με μία κρεατινίνη πια κοντά στο 6,5 δε σε σώζει κανένα διουρητικό και καμιά ντοπαμίνη. Και κάθε μέρα που περνούσε ήθελα να μιλήσω ανοιχτά στους συγγενείς, να τους εξηγήσω πως η γιαγιά θέλει να ζήσει και στο κάτω κάτω, αν είναι να πεθάνει, ας πεθάνει ηρωικά κατά την προσπάθεια θεραπείας της στο μηχάνημα της αιμοκάθαρσης και όχι στο κρεβάτι της απλά αναμένοντας το μοιραίο.

Δεν είπα τίποτα. Και δεν είπα διότι πρώτον αυτό θα αναιρούσε το συνάδελφο νεφρολόγο φέρνοντάς με σε ανοιχτή σύγκρουση μαζί του και δεύτερον διότι πολύ απλά θα προκαλούσα ισχυρές τύψεις στο συγγενικό περιβάλλον. Και πραγματικά δεν έφταιγαν αυτοί. Οι γιατροί θα έπρεπε να έχουμε τύψεις από κοινού, καταρχήν διότι αγνοήσαμε την επιθυμία της γιαγιάς να ζήσει και κατά δεύτερον διότι εμείς ήμασταν αυτοί που δίνοντας έμφαση στο 80% ποσοστό θανάτου αγνοήσαμε παντελώς το 10% ποσοστό επιβίωσης. Στις 07/12/2010 η κυρία Π κατέληξε. Σήμερα θα έκλεινε τα 101.

 

Advertisements

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΤΑ ΖΩΑ

chicken_Little

Άλλη μια Πέμπτη ξημέρωνε. Αγουροξυπνημένος  και  πονοκεφαλιασμένος  έφτιαξα στα γρήγορα έναν κουταλάτο φραπέ (ξέρετε εκείνον που ανακατέβεις στο ποτήρι τον καφέ με τη ζάχαρη και τον πίνεις μονορούφι) και όδευσα στο αυτοκίνητο. Μη με ρωτήσετε γιατί αλλά οι Πέμπτες ποτέ δεν ήταν απ’τις αγαπημένες μου μέρες. Και η χτεσινή Πέμπτη το επιβεβαίωσε και με το παραπάνω απ’τις πρώτες κιόλας ώρες. Έβαλα στο ραδιο-cd τα hits 2010 και βγαίνοντας με την όπισθεν απ’το πάρκινγκ, ακριβώς πριν ο stromae λαλήσει  alors on dance, αισθάνθηκα έναν γδούπο κάτω απ’τις ρόδες και μια φρικτή τσιρίδα να σκίζει τον αέρα.

Οι σχέσεις μου με όλα τα έμβια όντα ανέκαθεν ήταν λίγο περίεργες. Θυμάμαι τον εαυτό μου 5-6 ετών να κάθεται στην παραλία και να παίζει με το κουβαδάκι του, όχι γεμίζοντάς το με άμμο αλλά με νερό και μυρμήγκια. Ναι καλά διαβάσατε. Με μυρμήγκια. Δεν ξέρω αν ήταν επιστημονική περιέργεια, οίστρος ή η αρχή ενός Dexter αλλά όντως θαύμαζα την ικανότητά των μυρμηγκιών να περπατούν τόσο «ανέμελα» στον πυθμένα του ύδατος. Και πραγματικά στεναχωριόμουν όταν μετά από περίπου τρία λεπτά έμεναν ακίνητα δια παντός, όμως με τον τρόπο αυτό ανακάλυψα γιατί τα μυρμήγκια δε λέγονται τσιπούρες και συγχρόνως απέκτησα και την πρώτη και χειρότερη φοβία μου: Την ασφυξία.

Έκτοτε, δεν πείραξα κανένα έμβιο ον. Αγαπώ όλο το ζωικό βασίλειο και θεωρώ τον εαυτό μου πραγματικά φιλόζωο. Τα ζώα δεν ξέρω αν έχουν την ίδια ακριβώς άποψη βέβαια. Η μεγαλύτερη τραυματική μου εμπειρία ήρθε στην ηλικία της τετάρτης δημοτικού με τον Μπίλυ. Οι περισσότεροι γνωρίζετε την ιστορία. Για τους υπόλοιπους απλά αναφέρω συνοπτικά πως ο Μπίλυ ήταν ένα πανέμορφο κίτρινο κούτσικο κοτοπουλάκι μόλις λίγων ημερών, δώρο από τους γονείς μου. Είχε μάθει να ανταποκρίνεται στο άκουσμα του ονόματός του και να τρώει καλαμπόκι από τη χούφτα μου. Ήταν πραγματικά μια σχέση αγάπης και στοργής που όμως έμελε να τελειώσει τόσο μα τόσο πρόωρα και τραγικά. Ναι. Η ζωή του τερματίστηκε άδοξα ένα πρωινό (να δεις που θα’ταν Πέμπτη) όταν η δεξιά μου πατούσα είχε την ατυχία να βρει κατά λάθος τον Μπίλυ στο πάτωμα ακριβώς δίπλα απ’το κρεβάτι μου. Ο ήχος του τσιριχτού κακαρίσματος και η εικόνα της προσπάθειάς του να κινηθεί γύρω από τα κολλημένα στο πάτωμα έντερά του έμειναν για πολλούς πολλούς μήνες χαραγμένα στη μνήμη μου. Οι γονείς μάταια προσπαθούσαν να με συνεφέρουν αγοράζοντας άλλα κοτοπουλάκια, όμως εγώ ήθελα τον Μπίλυ. Μόνο τον Μπίλυ μου. Και ο Μπίλυ είχε πεθάνει ελεεινά. Τον είχα σκοτώσει εγώ. Και δεν ήταν η γκαντεμιά που συνεχίστηκε στο Γυμνάσιο, δεν ήταν  το καφεάσπρο χαμστεράκι που έπεσε απ’τον τρίτο όροφο, ούτε το χρυσόψαρο που ψόφησε απ’την πολυφαγία  ή το καναρίνι απ’τη ζέστη. Η αιτία που στα 36 μου κρατώ όλα τα ζώα σε απόσταση ασφαλείας ήταν και θα είναι πάντα ο Μπίλυ.

Και όλα αυτά μου ήρθαν πάλι στο νου μόλις χτες, την Πέμπτη, με ένα γδούπο και μια τσιρίδα στις ρόδες του Saxo. Αμέσως χαμήλωσα το ραδιοcd και πετάχτηκα έξω. Ένα κούτσικο γατάκι σερνόταν δίπλα προσπαθώντας να κρυφτεί πίσω απ’τη γλάστρα. Το συνεχόμενο σπαρακτικό κλάμα έφερε στην παρέα και τη μαμά. Η εικόνα ήταν τραγική. Νιαούριζε το γατάκι, νιαούριζε και η μαμά. Όχι πάλι τα ίδια Θεέ μου. Μη ξέροντας τι να κάνω, πήρα τηλέφωνο την Εύη, την κτηνίατρο της παρέας. Μέχρι να εξηγήσω όμως τι συνέβη, μαζί με το alors on dance έσβησαν και τα νιαουρίσματα. Βλέπετε αν σε πατήσει αυτοκίνητο, δε σου φτάνουν ούτε οι εφτά ψυχές! Έτσι, οι κτηνιατρικές οδηγίες της Εύης περιορίστηκαν σε λόγια παρηγοριάς και το όλο συμβάν έληξε με μένα να στέκομαι αμήχανος και προβληματισμένος που για εκατοστή φορά βίωσα το θάνατο του Μπίλυ. Όχι, όχι, δεν είναι τα ζώα για μένα. Once with an animal, never with an animal!

ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Ethanol
Δεν ξέρεις αν θα καταφέρεις ποτέ να προσεγγίσεις την Ευτυχία. Το αντίθετο πάντως, μια χαρά το κατάφερες ως τώρα. Μία μπρος, μία πίσω, μία κρύο, μία ζέστη, δεν είναι η πρώτη φορά που αντιδράς κατά αυτό τον τρόπο. Και είναι κάτι που δε θα μπορέσεις ποτέ να το εξηγήσεις ούτε κατάματα, ούτε στο blog. Γύρισες σπίτι και σκέφτεσαι το επόμενο βήμα. Και υπό την επίρρεια της αιθανόλης και της δυνατής μουσικής στα ακουστικά, αυτό το επόμενο βήμα φαίνεται τόσο εύκολο. Όμως χωρίς το αλκοόλ είσαι ένας φοβιτσιάρης. Τι γουστάρεις; Ε κάντο ρε! Πάψε να αναλογίζεσαι τη δράση-αντίδραση. Πάψε να σκέφτεσαι επιτέλους την επόμενη μέρα. Πόσο σου έχει στοιχίσει αυτή η επόμενη μέρα; Πόσα σου ναι έχει κάνει «ίσως» και πόσα σου «ίσως» έκανε «όχι»; Ξέρω τι συμβαίνει. Φοβάσαι τις υποχρεώσεις και τους συμβιβασμούς. Φοβάσαι μη τυχόν σε σηκώσουν από τον πορτοκαλί σου καναπέ, μη τυχόν και καταφέρουν και σε βγάλουν απ’τα 75 τετραγωνικά που οχυρώνουν την απογευματινή σου απραξία. Και αυτή η απραξία έχει αποκτήσει διαστάσεις μιζέριας, για να μην πω τεμπελιάς. Ως πότε σκοπεύεις να τη συνεχίσεις; Προχώρα λίγο παραπέρα ντε και ας μην είσαι για όλα 100% σίγουρος. Είναι ποτέ κανείς σίγουρος για όλες τις κινήσεις του; Όχι. Πρέπει να πάρεις τα ρίσκα σου. Άιντε, κουνήσου!

ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ +1

image007

Μία μεγάλη άσχημη φάση περνώ, μία από εκείνες τις περιόδους που παραμένω εσώκλειστος στο σπίτι χωρίς πολλά σούρτα φέρτα με τον έξω κόσμο. Δουλειά, διάβασμα, κάνα παιχνιδάκι στο ίντερνετ και τίποτα άλλο. Αν έπαυα να φροντίζω και τον εαυτό μου θα τηρούσα πλήρως τα κριτήρια της μείζονος κατάθλιψης. Μου είναι αρκετά οικεία η συγκεκριμένη ψυχοσύνθεση. Αναδύεται όποτε αισθάνομαι τις μπαταρίες ξεφόρτιστες, όποτε τα σκατώνω στον επαγγελματικό ή προσωπικό τομέα ή, ακόμα χειρότερα, όποτε ζω μείγμα των παραπάνω σε διαφορετικές κάθε φορά αναλογίες. Και σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μου βγαίνει μία εσωτερική ανάγκη εγκλεισμού μέσα από την οποία προφυλάσσω τον εαυτό μου και ανασυγκροτώ αργά αλλά σταθερά τις δυνάμεις μου.

Βέβαια, μοιραία θύματα της όλης κατάστασης είναι οι φίλοι που στην προσπάθειά μου να αποφύγουν τη δική μου γκρίνια και τα δικά μου πολύπλοκα και τις περισσότερες φορές ανεξήγητα ψυχοσωματικά, τρώνε πόρτα! Τώρα αν γράψω πως είναι για το καλό τους, κινδυνεύω να χαρακτηριστώ αλτρουιστής οπότε καλύτερα να γράψω πως είναι για το καλό και των δύο πλευρών. Και η αλήθεια είναι πως κάτι τέτοιες στιγμές όντως δεν είμαι καλός φίλος, ούτε καν καλός ακροατής διότι πολύ απλά είμαι πλήρως αντικοινωνικός. Αν με ρωτήσετε τι έχω, δε θα μπορέσω να σας το εξηγήσω. Αν με ρωτήσετε «είσαι καλά;» θα σας απαντήσω «ναι», χωρίς να είναι αλήθεια, μόνο και μόνο για να λήξει η κουβέντα. Αν μου προτείνετε να βγω, θα αρνηθώ ευγενικά. Και αν με ρωτήσετε που χάθηκα, απλά θα με φέρετε σε δύσκολη θέση. Γι’αυτό και αποφεύγω να απαντώ κλήσεις στο κινητό εκτός και αν ο λόγος είναι αμιγώς ιατρικός. Μη με αδικείτε όμως. Η συγκεκριμένη «γείωση» δεν έχει προσωπικό χαρακτήρα και όποιος είναι πραγματικά φίλος ελπίζω και εύχομαι να καταλάβει.

Βυθισμένος στην ησυχία αυτό το καιρό, πιέζω, ή μάλλον καλύτερα προετοιμάζω τον εαυτό μου να αλλάξει. Φυσικά και δε μετανιώνω για τις ως τώρα επιλογές μου στον επαγγελματικό και προσωπικό τομέα. Όμως αργά ή γρήγορα έρχεται η στιγμή εκείνη που ανακαλύπτει κανείς ότι τα κεκτημένα δεν είναι αρκετά. Πρέπει να γίνουν αλλαγές! Θέλω να τροποποιήσω το βήμα μου, τη σκέψη μου, την αντίληψή μου, το σώμα μου και να τα προσαρμόσω όλα στις νέες συνθήκες. Θέλω να δουλεύω και να πληρώνομαι επάξια της κούρασής μου, θέλω να είμαι πιο σταθερός, θέλω να μην είμαι πια τόσο εγωιστής, θέλω να αρέσω. Τόσα πολλά θέλω! Μερικά είναι απλά, άλλα ηλίθια, άλλα πιο βαθυστόχαστα και κουλτουριάρικα, όλα όμως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: Με πελαγώνουν, με κομπλάρουν, με κουράζουν, με τελικό αποτέλεσμα να τα αφήνω ανεκπλήρωτα και η ιστορία απλά να επαναλαμβάνεται στα πρότυπα ημιτονοειδούς καμπύλης. Απ’το +1 στο 0, απ’το 0 στο -1, απ’το -1 στο 0 και πάλι απ’την αρχή.

Το διαφορετικό τώρα είναι ότι χαμήλωσα όλα τα target points. Μικρότεροι βηματισμοί για  μικρότερους στόχους ώστε ο αγώνας να είναι πιο λογικός και εύπεπτος. Κοινώς, one step at a time και ας μη φτάσω στο +1. Μια χαρά θα είμαι ικανοποιημένος και με το +1/2 αρκεί να παραμείνω σε αυτό και να μην πέσω πάλι στο μηδέν. Δεν είναι δύσκολο, δεν είναι ακατόρθωτο, χρειάζομαι απλά το χώρο μου, το χρόνο μου και άφθονο δικαίωμα στην απόλυτη σιωπή. Τα θέλω μου είναι ιερά. Και θα τα εκπληρώσω. Θα το καταλάβετε. Μόλις δείτε κλήση μου στο κινητό σας.

ΤΑΧΥΤΗΤΕΣ

Όλα στη ζωή μου τα έκανα αργά. Αργά πέταξα σπυράκια εφηβείας, αργά ψήλωσα, αργά ξεκίνησα να ξυρίζομαι, αργά είχα την πρώτη μου ερωτική επαφή, αργά απέκτησα κολλητούς φίλους και αργά βίωσα την πρώτη μακροχρόνια σχέση. Μοναδική εξαίρεση στον κανόνα στέκονται οι άτιμες άσπρες τρίχες που με επισκέφτηκαν νωρίς, ήδη απ’τα 22, φάτσα κάρτα κούτελο. Εντούτοις και ευτυχώς, κατά ένα παράδοξο αλλά ευπρόσδεκτο τρόπο, λες και το γονίδιό μου ήθελε να διατηρήσει τις ισορροπίες στο χρόνο, μικροφέρνω. Θες το ζελεδάκι στο μαλλί που ωραιότατα καλύπτει-αποκρύπτει το γονιδιακό μου γκρι, θες το babyface, θες το μέτριο ανάστημα, ναι όντως μικροφέρνω. Και αυτό σε ορισμένους τομείς της ζωής είναι καλό καθότι αντισταθμίζει τη μικρή ως και μηδενική μου επιτάχυνση στο carpe diem, σε άλλους όμως όπως στον επαγγελματικό, δεν είναι και ό,τι καλύτερο.

Γενικά έχω ένα θεματάκι με το χρόνο. Και όσοι με γνωρίζουν καλά καταλαβαίνουν τι εννοώ. Όμως είναι μαλακία να συγκρίνεις ένσημα ζωής σε δύο ανθρώπους που χαρακτηρίζονται από διαφορετικές ταχύτητες. Για παράδειγμα, είμαι 35 χρονών, αλλά δε μπορώ σε καμιά περίπτωση να συγκριθώ με έναν 35άρη που στα 19 του είχε αυτοκίνητο και γκόμενες ενώ εγώ στα 19 μου διάβαζα για να δώσω δεύτερη φορά πανελλήνιες. Διότι όταν αυτός στα 24 του έγινε μπαμπάς, εγώ στα 24 μου έσπαγα το τελευταίο μου καβλόσπυρο και παρακαλούσα το Θεό μην ξαναβγεί. Και όταν αυτός στα 28 του έκανε το δεύτερο παιδί, εγώ στα 28 μου μάθαινα το «αλτ τι συ» και το «πίπα-κώλο-εμπλοκή» στο στρατό. Τα μεγέθη είναι ανόμοια. Κάθε άνθρωπος έχει τους δικούς του ρυθμούς, τις δικές του ταχύτητες και αυτό πρέπει ο καθένας να το καταλάβει, να το κατανοήσει, να το σεβαστεί και όχι αντίθετα να το κατηγορήσει ως «παιδικό» ή ακόμα χειρότερα «αρρωστημένο». Με ενόχλησαν αφάνταστα οι δύο τελευταίοι χαρακτηρισμοί. Δεν είμαι γενικά συνηθισμένος στο να με κρίνουν, πόσο μάλλον όταν αυτό γίνεται «ελαφρά την καρδία». Και αν μελαγχολώ τις τελευταίες μέρες όπως σωστά κατάλαβες, είναι γιατί αισθάνομαι τρίτους να με πιέζουν έμμεσα να επιταχύνω. Και αυτό το απεχθάνομαι. Διότι όταν επιταχύνω αποδεδειγμένα σκοντάφτω, και όταν σκοντάφτω αποδεδειγμένα χτυπάω και όταν χτυπήσω δε θα είσαι εσύ αυτή που θα με σηκώσει.

Και ξέρω πως ό,τι ειπώθηκε δεν ήταν κακοπροαίρετο διότι μας συμπαθείς, και θα χαρείς να πάνε όλα καλά. Όμως άσε μας στους δικούς μου ρυθμούς. Δε λέω, είναι λίγο αργοί για τα δικά σου δεδομένα, όμως αυτός είμαι. Δε δεσμεύω κανέναν, δεν απαιτώ από κανέναν και η οικογένεια σε καμιά περίπτωση δεν είναι αυτοσκοπός μου. Και μεταξύ μας, όπως είμαι τώρα, δε μου λείπει τίποτα. Όποιος θέλει λοιπόν συμπορεύεται και όποιος θέλει προσπερνά. Και αυτό δεν είναι καθόλου κακό. Είναι μέσα στους κανόνες του παιχνιδιού. Και σε αυτό το παιχνίδι, η αναζήτηση του «σου ταιριάζω, μου ταιριάζεις» , πέραν του σεξ, έχει πολλές παραμέτρους που δε φαίνονται εύκολα. Και είναι αυτές που μου αρέσει να ανακαλύπτω σιγά-σιγά, σε ένα ανεπαίσθητο «test drive» που εντελώς υποσυνείδητα, εγκρίνω χωρίς να ενθαρρύνω αλλά και απορρίπτω χωρίς να πληγώνω. Πάντα σιγά-σιγά, πάντα με την ταχύτητα χελώνας. Ίσως γιατί οι άσπρες τρίχες με το ζελέ δεν είναι ακόμα αρκετές να κινήσουν το βιολογικό μου ρολόι, ίσως γιατί θεωρώ πως όσο πιο αργά πορεύομαι σε τούτη την ευθεία της ζωής, τόσο πιο αργά θα φτάσω και στο τέλος της, ίσως διότι θέλω με την ησυχία μου να απολαύσω την κάθε στιγμή, ίσως πάλι πολύ απλά διότι αυτή είναι η ταχύτητά μου.

Υπάρχει φυσικά και ο αντίλογος. Πως αν και οι ρυθμοί του καθενός διαφέρουν, ο χρόνος είναι ένας για όλους. Και άντε πάρ’τα πόδια σου που έχεις αργήσει. Και γεννημένος το 1974, σημαίνει πως είσαι ήδη 35 χρονών. Και  θα παραδεχτώ πως ούτε που κατάλαβα πως μεγάλωσα. Και θα σας δώσω  εν μέρει δίκιο. Εν μέρει όμως. Διότι ξέρετε τι λένε; Όταν τα χρόνια περνούν γρήγορα, σημαίνει ότι περνούν ευχάριστα!

ΤΟ ΤΡΕΝΑΚΙ

Railking-Inteligent-Classical-Train-26219-4.jpgfilenameUTF-8Railking-Inteligent-Classical-Train-26219-4

Μπήκα βιαστικά στο σπίτι κατά τη 01.00 τα ξημερώματα. Το πουκάμισο, το παντελόνι, ακόμα και το μποξεράκι, εξακολουθούσαν βρεγμένα να μου παγώνουν το πετσί. Δεν ξέρω αν θα ξαναπαίξω σε αυτό το ηλίθιο παιχνίδι ερωτήσεων! Κλείδωσα την πόρτα, γέμισα ένα ποτήρι λευκό κρασί και ακούμπησα την τεράστια σακούλα πάνω στο τραπέζι του σαλονιού. Έβγαλα προσεκτικά το μεγάλο και γυαλιστερό κουτί που περιείχε και κάθισα να το χαζεύω, να το περιεργάζομαι και να το αγγίζω γεμάτος χαρά. Ξεκίνησα να διαβάζω τις όπισθεν οδηγίες του με ευλαβική συγκέντρωση μη ξεφύγει καμιά λεπτομέρεια και στη συνέχεια έβγαλα προσεκτικά τα ευαίσθητα εξαρτήματα. Τα τοποθέτησα στο πάτωμα, το ένα δίπλα στο άλλο, δεξιά οι καμπύλες, αριστερά οι ευθείες και στο κέντρο τα οχήματα. Ξεκίνησα να τα στήνω. Με παίδεψε λίγο, όμως η σιδηροτροχιά ολοκληρώθηκε. Συνέδεσα μεταξύ τους την ατμομηχανή, το αποθηκευτικό και τα δύο επιβατικά βαγόνια και τα τοποθέτησα πάνω στις γραμμές. Όλα ήταν έτοιμα. Σχεδόν δηλαδή. Δεν είχα δυστυχώς τις απαραίτητες μπαταρίες. Έπρεπε να κάνω υπομονή ως το πρωί. Απογοητευμένος, κάθισα στον πορτοκαλί καναπέ, αγκάλιασα το μεγάλο καφέ μαξιλάρι και αφέθηκα στη ζάλη του κρασιού.

Πάντα στις γιορτές μου δώριζαν ρούχα. Και μόνο η νονά κάνα-δυο φορές μου είχε πάρει τη «ναυμαχία», το «μάντεψε ποιος» και το «παγίδες και ρουφήχτρες». Όμως το μεγάλο μου απωθημένο ήταν ανέκαθεν τα τρενάκια. Και όταν με ρωτούσαν τι δώρο ήθελα, πάντα ζητούσα τρενάκι. Και μου έφερναν συνήθως κάνα ψεύτικο κουρδιστό προσχολικής ηλικίας, μαζί με ένα ζευγάρι παπούτσια. Το πρώτο για να ξεγελάσουν το όνειρό μου και το δεύτερο για να ικανοποιήσουν τους γονείς. Και πίσω απ’το χαμόγελο της ευγένειας και το «ευχαριστώ θείε για το δώρο» κρυβόταν η απογοήτευση. Όμως δε γκρίνιαζα ποτέ! Ήξερα πως αυτό που ζητούσα, αυτό που χάζευα άπειρες ώρες στο κάποτε Μινιόν, ήταν πραγματικά πολύ ακριβό για τα δικά μας δεδομένα. Κατέφευγα λοιπόν στη φαντασία. Και στο φαντασιόπληκτο αυτό μυαλό μου, το κουρδιστό τρενάκι μεταμορφωνόταν σε γυαλιστερή ηλεκτροκίνητη ατμομηχανή μινιατούρα με λεπτά φιναρισμένο μεταλλικό σκελετό, έμπροσθο- και οπισθο-κίνηση και πέντε επιβατικά βαγόνια. Και δίπλα απ’τις ράγες υπήρχαν λειβάδια, λιμνούλες και πολύχρωμα σπιτάκια να σχηματίζουν μια ολόκληρη πολιτεία. Και αυτός ο κόσμος ήταν το λημέρι μου. Ένα κρυσφήγετο γεμάτο σήραγγες και γέφυρες, καταπράσινα δέντρα και χαμογελαστά ανθρωπάκια να μου γαληνεύουν την ψυχή και να μου υπενθυμίζουν καθημερινά πως η μαγεία και η φαντασία δε θα μπορούσαν ποτέ να πωλούνται στο Μινιόν.

Είχε πάει 02.30 τα χαράματα. Πετάχτηκα απ’τον πορτοκαλί καναπέ. Το καφέ μαξιλάρι ήταν στο πάτωμα. Τα ρούχα είχαν στεγνώσει πια πάνω μου. Μελαγχόλησα. Πόσο είχα μεγαλώσει. Και πόσο είχα ξεχάσει τον κόσμο μου. Τα λειβάδια και οι λιμνούλες του ξεράθηκαν και τα σπιτάκια στέκονταν ερημωμένα και γκρίζα. Χρειάστηκαν 25 χρόνια για να ξαναλάβω δώρο ένα τρενάκι. Και χρειάστηκαν 25 χρόνια για να ξαναθυμηθώ εκείνο  τον κόσμο, το λημέρι μου. Θα ήταν τόσο δύσκολο να το ξαναζωντανέψω; Παρατήρησα από μακριά τη σιδηροτροχιά. Σχημάτιζε το γράμμα Θ. Όχι δε θα ήταν δύσκολο. Δύο πράγματα μόνο έλειπαν. Οι αλκαλικές μπαταρίες και η φαντασία. Το πρώτο θα το αγόραζα αύριο το πρωί. Το δεύτερο, ήμουν σίγουρος πως θα ερχόταν στην πορεία. Και ήρθε! Διότι όσο κλισέ και αν ακούγεται αυτό, όλοι κρύβουμε ένα παιδί μέσα μας. Και μερικές φορές, ένα τρενάκι είναι αρκετό για να το ξυπνήσει και να σου φτιάξει απ’την αρχή πράσινα λειβάδια, πολύχρωμα σπιτάκια, και χαρούμενα ανθρωπάκια. Δοκίμασέ το. Θα εκπλαγείς!

 

Η ΤΥΡΟΠΙΤΑ

Κριθαράκι μαύρο με τόνο και ελαιόλαδο, ψάρι ψητό ή βραστό, μπιφτέκια γαλοπούλας, μπρόκολο, μαρούλι, χόρτα αλλά και ό,τι άλλο φανταστείτε σε πράσινο, κάνα cream cracker ολικής αλέσεως, κάνα γιαουρτάκι ή κάνα φρούτο το βράδυ, και αυτό ήταν. Απέφυγα τη δίαιτα της κούπας αλλά πρόσεξα το τι και το πότε θα τρώω! Και ευτυχώς ποτέ δεν ήμουν του γλυκού οπότε η απουσία μιας πχ σοκολατίνας δε μπορώ να πω ότι μου στοίχισε ιδιαίτερα.

Η αλήθεια είναι πως με την τήρηση μιας σωστής δίαιτας ή καλύτερα μιας υγιεινής διατροφής (καθότι δεν τα πάω καθόλου καλά με τον πρώτο όρο) άλλαξε ριζικά η ψυχολογία μου. Πέραν της όποιας σωματικής ευεξίας και αυτοπεποίθησης που νιώθω ως αποτέλεσμα των αυξανόμενων ενδορφινών, παρατηρώ με ικανοποίηση τη ζυγαριά να πλησιάζει επιτέλους στο 83 απ’το εξωφρενικό 92 και αισθάνομαι κυπελλούχος σε έναν αγώνα που πάντα ως τώρα έχανα.  Και η διαφορά με τις προηγούμενες φορές είναι πως τώρα συνειδητοποίησα πως το πρόγραμμα διατροφής συναπαιτεί και ανάλογο ισορροπημένο πρόγραμμα σε όλους τους τομείς της ζωής διότι πολύ απλά όλα ξεκινούν απ’το μυαλό! Και αυτό ήταν το κλειδί! Να πείσω το κάθε εγκεφαλικό μου κύτταρο για αυτόν το διαφορετικό τρόπο αντίληψης της καθημερινότητας όπου το φαί δε θα κατέχει πια την περίωπη θέση! Και τούτο δεν ήταν καθόλου εύκολο διότι πώς να το κάνουμε, φτάνοντας το πρωί στη δουλειά γούσταρα να φάω εκείνη την τιγκαρισμένη στο βούτυρο τυροπιτούλα που μόλις είχε βγάλει η Ναταλία απ’το φούρνο. Και το βράδυ ήθελα να δω μια ωραία ταινία τρόμου στο dvd συνοδεία όχι με ένα αλατισμένο αγγούρι ή ένα καρότο στο στόμα αλλά με τη μπάρμπεκιου  πίτσα του Benvenutto ή τα κεμπάπ του Μαυρόπουλου συνοδευόμενα με μια μαρουλοσαλάτα πασπαλισμένη με εκείνη τη ροζ δροσερή sauce που έχει μόνο 3000 θερμίδες η κουταλιά (μην πω το μικρογραμμάριο).

Όμως αντιστάθηκα! Και αντιστάθηκα όχι γιατί η LDL χοληστερόλη σε λίγο θα έφτανε το 200, αλλά γιατί φοβήθηκα πως η τυροπιτούλα της Ναταλίας θα μου χάριζε μεν 5 λεπτά βουλιμικής ηδονής αλλά θα με φόρτωνε και με 23 ώρες και 55 λεπτά κατάθλιψης και μιζέριας που δεν κατάφερα  για ακόμα μια φορά να σταθώ τυπικός και αξιοπρεπής στο αρχικό μου πρόγραμμα. Άλλωστε, επειδή ούτως ή άλλως είμαι άνθρωπος του όλου ή ουδέν, η τυροπιτούλα είναι σίγουρο πως θα έφερνε υπό μορφή ντόμινο και το σαντουιτσάκι, το σαντουιτσάκι θα έφερνε και το milco, το milco θα έφερνε και την cocacola κ.ο.κ και χωρίς να το πάρω χαμπάρι χάνοντας την αυτοκυριαρχία και αυτοσυγκράτηση θα έχανα ακόμα μια φορά το παιχνίδι – και δεν αναφέρομαι μόνο στη διατροφή.

Γι’αυτό καλή μου τυροπιτούλα, αν και λειώνω όποτε σε μυρίζω, θα συνεχίσω δια ροπάλου να σε αποφεύγω και να σε αντικαθιστώ με εκείνο το light γάλα με μούσλι, τις φρυγανιές με cottage cheese ή τα ασπράδια αυγού… με τροφές γενικά που, δεν αντιλέγω, μπορεί να μη νοστιμίζουν τα πρωινά μου όπως εσύ, διατηρούν όμως το μέτρο και την ισορροπία σε μυαλό και σώμα. Και είναι αυτά ακριβώς που μου λείπουν.